...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

28 Οκτωβρίου 2010

ΑΡΤΕΜΙΣ.

Ν’ ανεβαίνει αεράκι ψυχής- σαν καπνός

μεταφυσικός, ουρανομήκης

ν’ ακούγεται μουσική θεά

των δύο φεγγαριών που είδα-



Λίγο παράμερα να πυροβολούν τα γεράνια

χρώματα πεισμωμένα μέσα σε Γενάρη μήνα-



λίγο να έχω ξεφύγει κι εγώ

από σελίδες μοναξιάς-

και ήσυχα όλα

φορτίζουν τις ατόφιες σιωπές τους..



Νερό αίμα χοϊκό

που κυλά υπογείως

να κάνει παλικάρια τα γαρίφαλα



να μην ξέρω από τοξοβολίες γρι

να πιάνω την φαρέτρα μου με λέξεις

να στοχεύω αργά

και να πληγώνω ανήξερος το ζώο της θεάς

ελάφι αρχαίο ποίημα…



4.1.2008

27 Οκτωβρίου 2010

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΙΖΕΙ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ.







Παρομοιώσεις που δεν έχει ούτε η θάλασσα

ν’ αποδώσει στα τέκνα της-

ξίφος απειλητικό που κινείται

του χρόνου.

Μεγάλος στρατηλάτης κόβει

τους Γόρδιους δεσμούς της υγρ-ασίας..



Εγώ ξέρω ανεμώνες θαλάσσιες- περισσότερο μου αρέσουν

μέρες που δοκιμάζονται οι αφροί

στέλνοντας τα χελιδονόψαρα να εφορμήσουν

πάνω στην στείρα έμπνευση.



Διαφορετικές είναι κάθε φορά οι ομιλίες μου

μυρίζουνε αέρα αιολικό

θάλλουν ελπίδες του γιαλού μπροστά σε ακρογιάλια

ανατολικά.



Σπίτια που έχουν κάτι από Ιωνίας μεράκι..

Βλέπω πρόγονο χρόνο και μέσα στ’ αδιέξοδα στοχάζομαι

καλοκαίρια,

που ρέει μια σελήνη κορυφαία!



Στα ρηχά που μόλις κατάφερα να δω

τ’ ουρανού

άσπρισαν λαύρες προσδοκίες-

σα να γυρίσαν του Ομήρου ραψωδίες σε καινούρια

ενορχηστρωμένη νοσταλγία



κι οι πικροδάφνες εκεί δίπλα σε λιόδεντρα να τράνεψαν…



4.1.2008

ΧΟΡΟΣ ΑΓΓΕΛΩΝ..

Ζωγραφίζει ωραίους τρόπους των νεφών η μέρα

απλωμένη προσευχή

δροσερά λουλούδια στ’ αψηλά λικνίζεστε

ποθοκράτορες.

Δέντρα στρατιώτες που φιλοξενούν πουλιά

κίονες φυσικής τοιχοποιίας

σημαίνουν ένα-ένα μοναχό του

ή και όλα μαζί

σύνορο ηλιοφώτιστων αιθέρων-

σχήματα μιας αρχέγονης γεωμετρίας.



Μελετώ την τύχη μου από την όψη που δεν μου ανήκει

βρίσκω σκιές που εγγράφονται πάνω στον άσπρο τοίχο

παραπέρα του μικρού κακοσοβαντισμένου μου σπιτιού

ένας χορός αγγέλων

που συνομιλητές του φεγγαριού μετά όταν θα πέσει η νύχτα

άδεια λαγήνια κουβαλάνε να γεμίσουν πόθο…



4.1.2008

26 Οκτωβρίου 2010

ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ..

Την ύλη τρώει η ύλη- αλλά

στα βαθειά των αποκαλύψεών της

εκμυστηρεύσεις πεταλούδας ταιριάζουν

ψυχής.

Σαν να μην μπορείς να εξηγήσεις κιόλας

το ελαφρό της πετάρισμα

προς το άπιαστο.



Θάλασσες

ανταμώνουνε τις θάλασσες-

μαγεία γεμάτες

κάτι απ’ τον βυθό τους υποψιαζόμαστε

γραμμένο

σε βότσαλο εξαγνισμένο

σε έρημο ακρογιάλι-



Τοπία ωκεανών,

ζούγκλες παρθένες, απάτητες

δυσκολεύοντας με το σκοτάδι τους την εξιχνίαση-

το πένθος όλο στα βαθειά κρύβεται

των μυστικών του πόντου.



Και αρδεύω με δροσιά βγαλμένη από όστρακο ανεστραμμένο

τα όνειρα

μοσχοβολάνε τώρα

εσύ ξέρεις από τάξη ανθρώπινη αλλά ξέρω κι εγώ

άσπρα μαύρα γράμματα

κεφαλαία των πόθων γεωγραφία.



Πάλι θα είσαι εδώ

που αρχίζουνε οι ανεμώνες της θαλάσσης πάνω στα έξω βράχια

να σαλεύουνε αργά με το λιλά της αμεριμνησίας τους

μηνύματα όλα-



Επικοινωνίες του γαλαζοπράσινου

καθώς ο ουρανός σου

αποτυχημένος μάγος

αρνείται να σε πάρει ακόμα στα βαθειά



φτιάχνεις λίμνη από πρωτόγονα δάκρυα

και χορταίνεις ολοένα με περισσότερες λέξεις…

3.1.2008

Η ΨΥΧΗ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ…

Ήχο μεγάλο κάνει η ψυχή

κι επιβιώνει

χιλιάδες χρόνια

στα ψηλά στέκει εκεί

λίγο πιο κάτω απ’ τ΄ άστρα.



Ολονύχτιες περιπλανήσεις της μες τις ιδέες,

εξουσίες νοήματος που δεν μας υποτάχτηκαν,

ύφος μιας στιγμής που πάει χάθηκε

παρασέρνοντας

ζωή που είναι δικός μας μύθος.



Μια ελπίδα του μπλε παράθυρου

σ’ ένα ελληνικό νησί πριν μάθει

τουριστική αυθάδεια-

είναι ρολόγια του καημού τα σπίτια:

μετρούν τις ώρες μας σαν ρημαγμένες νότες

κλείνονται μ’ ευχαρίστηση με γύρω τους παρτέρια

με αινιγματικά φυτά.



Σαν όνειρο τα έβλεπα, σαν μικρές φουρτούνες

που πρέπει να περάσουμε για να γνωρίσουμε ζωή-

τα ιστία τους με πρόδηλο να ταξιδεύουν

κρατούν τις μέρες μας θρησκείες μυστικές

για να ξέρουμε πόνο.



Αιωρούμαι μέσα σε σύμπαν λέξεων, θέλω να πω ποιός είμαι

ξορκίζω παρελθόντα βίο- σα ν’ ανάβω

σε μακρινό αλειτούργητο εκκλησάκι ένα κερί.



Οι ευθύνες μου λεξικέραυνες

μπρούσκο πίνουν ευθυμίας.



Να ευθυβολίσω με τις ιδέες μου

να πετάξω κλαδιά τις χαρούμενης σκέψης

να ξαπλώσω αμέριμνος σε ασκέπαστη

ταράτσα προς τ ’άστρα ανέ-

μίζοντας μια προσευχή..

ν’ αγιάσουν όλα!

7.1.2008

25 Οκτωβρίου 2010

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΗΜΟΥ

Δεν ορίζω αντικείμενα, μόνο ξίφη

λεπίδες λέξεων που μαστορικά σκοτώνουν

για το κακό που μ’ ήβρε φταίω μόνο εγώ

γύρισα στην θλίψη μου την πλάτη

κατέφυγα σε μοναστήρια του καημού.



Κατάλαβα γρήγορα πόσο ξεφουσκώνει ο βίος

ήπια νερό της λησμονιάς~ τα φυλλοκάρδια μου να φλέγονται

κι εγώ να κάνω στίχους-

Έκανα φίλο το φεγγάρι…



Έχω περισσότερες σιωπές παρά λόγια

είμαι ζουλιγμένος, βγάζω χυμό πόνου

τα σύνορα μου τα ξέρω, ψάχνω τις ελευθερίες μου

και το βλέμμα που νιώθει καλά πάνω σ’ αδέσποτα τοπία.



Όταν κατέχεις πιο πολλά από ένα

δεν βοηθά στην πέψη των ιδεών-

πρέπει με νόημα φωτός να τρέφεσαι

σαν νάναι ύστερα να λάμψεις.



Είδα αλλιώς τις σημασίες μου:

σα να γύρισε με σώμα

λεμόνι ευωδερό ο χρόνος

και να τον παραδέχομαι ανήμπορος

και να πω και να κάνω.

Σαν να μαθαίνει ανάγνωση ουρανού η νύχτα!



Ξεκλειδώνοντας ιδέες είδα

μια μουσική που μου έλειπε

όπως να μάθαινα πρώτη φορά φεγγάρι!



7.1.2008

ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ!






Ανέβαινα πελώρια συνείδηση της φύσης και μπορούσα πάλι να το δω:

μικρές χαρούμενες φατσούλες λουλουδιών να γνέφουνε ευτυχισμένα-

και νερά κελαρύζοντα, ερμηνευτικά της αξίωσης

να έχει ο κόσμος αίμα..

Να ζωγραφίζει ζωές ολόγυρα

σαν να μην τελειώνει η άνοιξη.

Μέρα Δευτέρα!



Ακούγονταν οι ψυχές των πουλιών και απ’ τις πολιτείες τους

άκουγες τις καλές ορχήστρες-

στρωτά και ταπεινά έρχονταν η μέρα.



Με είδωλο καρδιάς μέσα σε άηχες τις ώρες

έρχονταν κι έπαιζε πεσσούς ένα λησμονημένο αεράκι-

από αρχαία μεριά!



Έβλεπα Αλικαρνασσό κι αντικρινή Φρυγία

μέρη που τα' σκαζε ο ήλιος με το δόρυ του-

αριθμούσε άηχου

φωτός παλιννοστήσεις ο ονειροπόλος



και στα παρμένα κάστρα του ύπνου ο στρατηλάτης άνεμος

έκανε ξαφνικό γιουρούσι μ’ αποτέλεσμα σπουδαίο.

Μέρα Δευτέρα!



Χτυπούσε σήμαντρα της παλιγγενεσίας

ούριος αναμμένος ουρανός.

Βρήκα τα λεξιλόγια που μου έλειπαν

να πω την έκσταση όλη-

και στα ψηλά που αρμένιζε ύμνος Ομηρικός

με ανορθωμένες μέσα του τις λέξεις

κρυφή αντάρα ραψωδίας που έδειξε

νόστο αρχαίο

και σίγουρη Ιλιάδα

7.1.2008

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Από την παλιά σαρκοφάγο επέστρεψε σώμα άϋλο μουσικής

σα να της έφυγε ο νεκρός και άμοιρος από αρχής να αναστήθη’

και στο ψιλό φεγγαρίσιο φως

τσουχτερό κρύο να έκανε ο Γενάρης.



Ακίνητες ώρες

σαν γύρω από μεσάνυχτα

δεύτερες παρουσίες των δέντρων

απ’ το λίκνισμα

μια δω-μια κει

απ’ τον αέρα:

επίμονα οργανωμένη ανατριχίλα.



Το θέατρο αρχαίο που υπάρχει ακόμα,

λιθάρια μαγικά όπου ηχεί ο τραγωδός,

να διδάσκει ακούγεται

από μηχανής θεό,

λύση στο ανθρώπινο.



Βρήκα τις σημασίες που βρήκα ψάχνοντας μες τα ρημάδια της ζωής

ξέροντας πως κάπου σφάλλω

και κυνήγησα του εαυτού μου εφιάλτες

σαν να ήτανε πάλι να ελπίζω να μου πει η μοναξιά

λόγια καημών…

6.1.2008

Πίσω απ’ τις οθόνες κρύβονται οι μοναχικά μαχόμενοι άνθρωποι..

173.




Πίσω απ’ τις οθόνες κρύβονται οι μοναχικά μαχόμενοι άνθρωποι..

Τα μυστικά τους

αποκρύπτονται από κυκλώματα ηλεκτρονικά

που νικούν στο άθροισμα την κάθε μέρα που έρχεται.



Τα πλήκτρα τους

επιμένουν λυρικά- κανένας δεν έρχεται

από τις χώρες του πουθενά

μέσα τους.



Ένα φεγγάρι κάθεται

αργυρό πάνω στις έπειτα σελίδες

που θα γραφούν κομίζοντας άφθονη θλίψη

κοντά στο απόγεμα.



Ψηφία που απομυζούνε θεωρία σχετικότητας

βαραίνουν πάνω σ’ ένα λεξιλόγιο επίκαιρα διαμορφωμένο

να, ομιλώντας το, ξενίζει.



Και η επικοινωνία χάνεται σιγά σιγά, επίτηδες

όπως την όρισαν οι μεγιστάνες του συσσωρευμένου

πλούτου των ηλεκτρονικών θρησκειών..

Εκείνο το παράξενο συστατικό που διαφεύγει από την λήξη των ονείρων

172.




Εκείνο το παράξενο συστατικό που διαφεύγει από την λήξη των ονείρων

και πλανιέται στον αέρα ολόγυρα-

Την ώρα που το πρώτο λεωφορείο κουβαλά

αλλοδαπούς εργάτες στα μεγάλα ναυπηγεία-

και στις παλιές αυλές, μέσα σε μια ντενεκεδένια γλάστρα, ο βασιλικός

σκουντά με το άρωμά του

το διψασμένο σου ρουθούνι-



Τα πεύκα γέρνουν προς τον άκαρπο νότο-

η αυγή έρχεται-

το ποίημα υποδόρια μελανώνεται και πλησιάζει.



Ένα σπουργίτι αφήνει την φωλιά του και χάνεται

μες τον προστακτικό ουρανό-

Ένας αγουροξυπνημένος νοικοκύρης που ακούει

το φιλότιμο της ζέστας να στεγνώνει

στο σκοινί τα απλωμένα του πουκάμισα-



Μετά η μέρα προχωρά και η πόλη ξυπνάει αφήνοντας

απ’ τα σπλάχνα της έναν

θόρυβο μηχανών που ρονρονίζει

παθιάρικα

νικώντας κάθε ελπίδα ησυχίας.



Και στα μισάνοιχτα παράθυρα των σπιτιών, των γραφείων, των συνοικιακών

καταστημάτων, εισβάλει

ένας μπερμπάντης άνεμος, σιγανός, μειλίχιος, πράος

που τιθασεύει την σκέψη όλων ίσαμε εκεί που γίνεται

να αφαιρείται απ’ τον χρόνο ο θρησκευτικός του υπαινιγμός…

Ακούγονταν όλη την μέρα σαν το τρέξιμο αλόγων

170.




Ακούγονταν όλη την μέρα σαν το τρέξιμο αλόγων
πάνω στο απαλό γρασίδι·

μετά

χαμήλωσε ο ήλιος·

σκιές φάνηκαν πίσω απ’ τα μεγάλα τείχη:

ανθρώπων σκιές, νυχτερίδες.



Ο αέρας κούρασε όλη την μέρα τα δέντρα:

τους αψηλούς φίκους και τις μπηγμένες,

με πάνω τους τον ήλιο, λεύκες

που ξάσπριζαν, μένοντας νυσταγμένες,

μες το άσπρο φως.



Ένα ορμητικό, εμπνευσμένο ποίημα, ράντιζε, με φως, τα χαμηλά ετούτα πεζοδρόμια

όπου, κοπέλες, κούραζαν τα βήματα να πάνε

μέσα στην πιο ευτυχισμένη όψη ενός, που πέρασε, μεσαίωνα.

Θεά Αφροδίτη περπατούσε ολόγυμνη στην όμορφη ακρογιαλιά..



Και ο αόρατος

ύμνος που συνέθετε ένα ένα τα ψηφία του αρχίζοντας

να βαφτίζει την κάθε λέξη του στην μουσική

ευάλωτες παρά ποτέ έβρισκε τις αξίες

που δημιούργησε τριγύρω μας μία αρχαία που επιβίωσε θρησκευτική κατάνυξη.



Στο απόγεμα που δύει

φέρνοντας νύχτα-

άφησε γύρω σου να στερεώνεται σελήνης φως!

24 Οκτωβρίου 2010

είμαι ένας που όλοι, μέσα του, είναι αυτός.

169.






Τι όμορφα που μυρίζει αυτό το επίρρημα της θάλασσας!

Εκεί..

Σαν από αρχαίο θεό σταλμένο-

ποιητικής δοκιμασίας ολονύχτιας το κατόρθωμα..



Να μπορούσα όπως είσαι μακριά μου να σε κάνω να το αφουγκραστείς

όπως μαγνητίζει την σκέψη μου κι αφήνεται

να πέσει μες των λέξεων την σελίδα.



Κάποτε είμαι ένας θηρευτής που έχασε

τα σημάδια του

και χάθηκε σ’ ένα μεγάλο δάσος.



Κάποτε

είμαι ένας που όλοι,

μέσα του, είναι αυτός.



Πολύφωνος και όμως σιωπηλός-

όπως θαυμάζει αυτό το όνειρο αιωνιότητας..

Τα δέντρα ανθίζουνε αξιοπρέπεια

168.





Τα δέντρα ανθίζουνε αξιοπρέπεια και ο κόσμος

είναι απλούστατα αθώος.



Μπορεί με το θάλλον το μέσα σου

να μην κερδίζεις τίποτα εμφανώς ορατό που να είναι, αλλά

μήπως και έτσι δεν είναι η ίδια η ποίηση;



Αποσαφηνίζει το έλασσον

μυστικό κύμα που αόρατο συλλαμβάνεται

να βάλει εναντίον του δέκτη κάθε νύχτας..

Μια σεβάσμια λιπόσαρκη γυναίκα




166.



Μια σεβάσμια λιπόσαρκη γυναίκα

εφτά φορές πιο σοφή από εκείνες που θα υπάρξουν

πίσω απ’ τις οθόνες καταβροχθίζοντας

γνώση τηλεοράσεων:



Έγερνε το φεγγάρι προς την θάλασσα· μιλούσαμε· μου είπε:

‘’Καθένας πληρώνεται με το νόμισμα που επινοεί

για να ξεχρεώνει τους άλλος..’’ Μετά

σιώπησε, την ήπιε η θάλασσα…Κάπου στην Ρόδο..



Κι εγώ το ήξερα ότι η νύχτα θα πέσει φέρνοντας την Άρκτο-

την μέσα και την έξω μας..

Όμορφη φιλήδονη σάρκα

165.



Όμορφη φιλήδονη σάρκα- πλασμένη ν’ ακτινοβολεί!



Λευκή επιδερμίδα του κρίνου·

χείλια κεράσια κόκκινα ζεστά.



Και το κρυφό σημείο μηδέν στην κώχη

των μηρών, αινιγματικό εφηβαίο

που κρύβει μιαν υπόσχεση της άνοιξης

και ένα ρίγος της παλλόμενης ηδονής..

Οι νύχτες της Ρόδου

164.





Οι νύχτες της Ρόδου μ’ ένα αστέρι να τρυπάει την καρδιά τους-

πάνω απ’ τα κάστρα που εφιάλτες ιπποτών μας θυμίζουνε.

Ο διψασμένος πωρόλιθος που περιμένει ένα βροχερό φθινόπωρο·

ο κουρασμένος νοτιάς που ξανανιώνει την θάλασσα·



και ο ήχος

από τις οπλές των αλόγων που χτυπούν

επάνω στα στενά δρομάκια, πηγαίνοντας

σ’ ένα τίποτα τώρα.



Μια πανοπλία για να κρύβεται ο χρόνος:

λογχοφόρος που ποτέ δεν κουράζεται·



μια αποδημητική

μνήμη που μες σε άλλες εποχές θα έρθει να σε βρει

όπου θα είσαι ο εντεταλμένος των νέων ανοίξεων..

Τοξωτά παράθυρα, γρίλιες

162.




Τοξωτά παράθυρα, γρίλιες

που αφήνουν το φως να κομπάζει.

Και ο ήλιος

οκτώ η ώρα το απόγεμα..



Ο Ιούνιος

εγκαινιάζει την άλλη χαρά να έχει

ευαγγέλια μιας νέας θρησκείας

απρόσμενα οικουμενικής.



Στην Ρόδο που ευανάγνωστα είναι τα πελώρια δέντρα

και η ζέστη και ο απαλός

άνεμος που χαϊδεύει

τις παρά την όχθη ιτιές.



Μπαίνω στο νόημα: η γλώσσα απομαγνητίζεται·

η κάθε λέξη σηκώνει

ένα φορτίο μουσικές

που δεν ποτέ μεταφράζονται- είναι θεμέλιο

γι αυτήν την του απογέματος σονάτα

των ψυχικών αντανακλάσεων

και των ιριδισμών του θεϊκού..



Μια ακόμα ανάσα..

Και είμαι πάλι ο πρωτόπλαστος που εκμεταλλεύτηκε

κάθε οξυγονούχα διδαχή..



Απορροφούν τα μάτια μου τα χρώματα..

Σχήματα που το ηλιοβασίλεμα επινοεί..

Καθώς ανοίγουν οι ουρανοί και φαίνονται

άλλα παλάτια..

Το χέρι του Μιχαήλ που ζωγραφίζει ανάποδα μέσα στον τρούλο της αιωνιότητας.

161.




Το χέρι του Μιχαήλ που ζωγραφίζει ανάποδα μέσα στον τρούλο της αιωνιότητας.

Λίθινη ερημιά του γαλάζιου.

Και ένας

κοσμοκαλόγερος που αγιογραφεί

το ανυπόταχτο τοπίο.



Από εκείνη την ουράνια στιγμή που ο θεός

βρίσκει το χέρι του Αδάμ και δωρίζει

ένα χάρμα οφθαλμών στης ευαισθησίας τους προύχοντες..

Ένα ποτήρι νερό που ξεδιψάει μια δίψα

159.





Ένα ποτήρι νερό που ξεδιψάει μια δίψα

είναι μια ποίηση δροσερή

που την ευφραίνεσαι..



Ας αφήσουμε ένα παιδί να είναι παιδί κι ένα δέντρο

να είναι ένα δέντρο..

Γιατί φοβάμαι ότι μεγαλώνοντας τα πράγματα

παύουν να είναι αυθεντικά πράγματα

κι εμείς

παύουμε να είμαστε οι αληθινοί εμείς..

Γυμναστική των άυλων σωμάτων

157.



Γυμναστική των άυλων σωμάτων

των ανέμων

που δεν σημαίνουν τίποτα

γιατί απορροφώνται

από το λεοντόκαρδο φως..



Διερευνώνται οι προθέσεις τους που μάλλον

είναι μία γραφή ξεχασμένη

πάνω σε πάπυρους που μούχλιασαν

απ’ την φθορά.



Μπορούν να διαβαστούν ωστόσο και ανάποδα

μέσα στον θολό αποτυχημένο καιρό

που χαλιέται

σε παράξενες δίνες..

δεν ξέρω αν θέλω να εξηγήσω τελικά εμένα σ’ εμένα…

156.



Ακούω την μουσική, με κυριεύει

όπως ιδέα θάλασσας ο ήχος,

με ποτίζει ολόκληρο, γίνομαι

νοτισμένα μελωδικός!



Νότες των πολυποίκιλων αντανακλάσεων, της ευφωνικής

ψυχής του σύμπαντος- μέσα μου νότες!



Ξιφομαχώντας μ’ έναν απελπισμένο άνθρωπο που εργάζεται

πάνω στον άθλο

να πει την καλικάντζαρη ζωή του…



Και δεν ξέρω αν θέλω να εξηγήσω τελικά

εμένα σ’ εμένα…

23 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ…

Στον τοίχο σκαρφαλώνει η ανθισμένη γλυσίνα,

ζουζουνίζουν οι έγκυρες μέλισσες,

η χαρά της ημέρας

είναι μια λεβεντιά του ήλιου που γελάει

πάνω στην ώχρα του παλιού σπιτιού..



Καύχημα των ανέμων οι πολύχρωμες

φορεσιές των αρωμάτων

που τις κρατούν και τις διαδίδουνε πουλιά.



Καίει χρυσός ο ήλιος..

Λιβάνια της υπεραξίας του

σκορπούν τα ζαλισμένα δευτερόλεπτα

που ο κόσμος να μεγαλουργήσει πάλι θέλει..

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΘΑΡΡΟΥΣ..

Εκείνο που έχω κρατήσει εγώ από εσένα είναι η φωνή

λέγοντας ‘’ Καλημέρα ..’’ -μετά

που η μέρα συλλέγει λεπτομέρειες ασήμαντων πραγμάτων για να καταχωρηθεί

μέσα σε μία βιαστική βδομάδα..



Κι όσα δεν είπαμε γιατί ένα πείσμα ο καθένας μέσα του έχει

να υπερασπιστεί ένα φθαρμένο ‘’εγώ..’’



Μετά

ξοδέψαμε την παρέα των φίλων-

ανοίξαμε κουβέντες για την καθημερινή αγωνία

της ζωής των πόλεων και μείναμε πάλι εκεί

που ένας άνθρωπος συνειδητοποιεί την καυτή μοναξιά που και μέσα του έχει..



Με κοίταζες σαν παράξενο κάτι που εσύ δεν καταλαβαίνεις

γιατί καταλαβαίνεις μία αριθμητική που βγάζει πάντα σε αποτέλεσμα..



Όμως εγώ

ήμουν η απρόβλεπτη άλλη πλευρά των πραγμάτων, η άλλη όψη

του φεγγαριού.



Έχω πλαστεί να μου αρκούν οι ιδέες, αυτά

που δεν φανερώνονται αν εσύ δεν κοιτάς

κάτι με αφοσίωση..



Και πήγαμε μέσα στο απόγεμα όπως να ήταν η ζωή τόσο απλά γραμμένη

πάνω σ’ ένα πεσμένο πλατανόφυλλο, ριγμένο εκεί

που λες μονολογεί ακόμα ο παλιός νερόμυλος

τα περασμένα μυστικά του..



Δεν σε είχα και δεν με είχες- ήμασταν

οι αρνητές κάθε κτήσης.



Και μια ψιλή βροχή που γέμιζε με αισιοδοξία την φωνή

του καλοκαιριού, ακούγονταν

και μέσα στην καρδιά μου να υποβάλει

γλυκά την μουσική..



Μακρυνίτσα Σερρών..

Αύγουστος 2009

22 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΣΠΙΤΙ…






Να σου λέει ο ήλιος με την υπερούσια τόλμη του, να σου λέει το φως..

Και, κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης καρυδιάς, ένας λωτός που επιμένει

να μυρίζει Όμηρο,

εκεί,

στα άνω-Πορόια..

Θερισμένα τα χόρτα και τα κακόβουλα ζιζάνια

που κλείσαν τότε την αυλή

του σπιτιού

που το έψελνε με ένα ήσυχο κελαρυστό

μούρμουρο ο απέναντι νερόμυλος..

Οι φίλοι ασήμι στην καρδιά!

Και ο καφές που άχνιζε μετά

που ήρθε σαν από τον στίχο το απόγεμα

να μας καλοκαρδίσει!

Αυτές οι ζωτικές περιουσίες μου

μίας φιλίας που λάμπει

και την κρατώ ευλαβικά σαν να μου γίνεται θρησκεία

μέσα σε τούτη την αλλόκοτη και που πικραίνει εποχή..



ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ..

ΣΕΡΡΕΣ..

ΜΠΕΛΕΣ…

Κάλμα στα απογέματα των άνω χωριών που τα χωρίζει

μία ανάσα απ’ την ρίζα του βουνού.

Νερά που τρέχουνε σαν να χτυπούν το τύμπανο μιας ζωντανής καρποφορίας.

Και ήλιος κάποτε- δυνητικός, νόημα δίνοντας

στην μοίρα της γαλάζιας μέρας. Ωστόσο

χτες,

ο ουρανός μας ξάφνιασε, λύνοντας τα θηρία του να πολεμήσουν

τις ώρες του βραδιού.

Μείναμε μέσα, διαβάζοντας, ακούγοντας που τα πολέμαγε όλα η βροχή.

Και τα μπουμπουνητά που κάναν ν’ αντηχεί το μπάσο στο ηχείο τ’ ουρανού:

ώρα πολέμου..

Κρεμάστηκαν οι λέξεις σαν από το ύψος μιας σταγόνας που πίνει

το χώμα κι ανασταίνεται.

Έτσι όπως η νύχτα καταγράφει υποψίες και θέληση

των ζωντανών θεών ενός παμπάλαιου μύθου.

ΘΡΑΚΙΚΟ… ΟΜΑΛΟ..

Πέρα οι λεύκες, ψηλές, φυλακίζοντας

άνεμο. Και πιο εκεί

χωράφια με μαζεμένες αχυρόμπαλες, χωράφια

που καταγράφει στα υπάρχοντά του ο ήλιος

ξανά.



Και πλάι στον δρόμο η φτέρη με

τα σπαθάτα φύλλα της.

Τα άσωτα βατόμουρα, οι καρυδιές

που υπόσχονται την σύνεση του φρόνιμου που θα σε βρει

ο ίσκιος του, σαν δώρο, δέντρο.

Και των πουλιών οι συμμορίες να, εκεί:

ο τσαλαπετεινός που επιμένει

να βγει στο άγνωστο-

και το σπουργίτι που ‘ναι η φωλιά του

απεριποίητη περιουσία-

χελιδονιού το πέταγμα, αιφνίδια πτήση

λίγο πριν απ’ το εκάστοτε απρόσμενο..



Γυμναστικές ασκήσεις των φυτών

που θα λυγίσουνε μέσα στον τόσο αέρα

του επικού, σίγουρου απογεύματος.



Κι ο άνθρωπος, εκεί, με την σειρά του

που κατοικεί με προϋπόθεση αιώνιας ζωής τον ουρανό-

νάτος κι αυτός.



Καπνίζει και σκέφτεται πως μόνος του είναι

όλη η σπουδαιότητα ετούτης της δημιουργίας..

Μια γυναίκα που χαράχτηκε γυμνή

150.




Ολημέρα ο ήλιος και στο ψηλό καρφί

του τοίχου ένα περίεργο κάδρο

που είναι ασπρόμαυρα γραμμένο:

Μια γυναίκα που χαράχτηκε γυμνή

να την τρώνε οι χρόνοι.



Τα μαλλιά της

κάστρα που δεν ποτέ και πάρθηκαν.

Τα στήθη της

γυμνά: πολεμίστρες του αδύνατου.

Τα χέρια της

λιμενοβραχίονες

που εκτείνονται

μέσα σε μία θάλασσα παρόντος.

Οι μηροί-

βουνά που θυμίζουνε:

αν τ’ ανεβείς

θα σ’ εξάψει η έκπληξη

του ηφαιστείου:

εκεί..



Γυρίζουνε τα μάτια προς το επικίνδυνο μέλλον.



Έζησε; Ή είναι πιο φανταστική

κι από το φως που τρίβεται επάνω στον λευκό μεγάλο τοίχο

αφήνοντας ένα άρωμα του παρελθόντος;…

ΣΤΗΝ ANNE SEXTON.




143.





Διαβάζω ξανά την θλίψη που είσαι, δοκιμάζω

να περπατήσω σωστά τους δρόμους που το μυαλό σου θα ήθελε..

Είσαι πιο πικρή κι από κουρασμένη φλογέρα

στα χέρια του μοναχικού βοσκού που η ψυχή σου είναι..

Σκοντάφτω στα ατέλειωτα άλφα σου-

όπως να θέλεις να μου πεις πως είσαι

ένα αλφάβητο που ποτέ δεν τελειώνει..



Για μια ακόμη καταφυγή μες το σωτήριο των λέξεων φαρμάκι

εσύ ξενυχτάς αναβοσβήνοντας τα γαλανά μάτια σου

που, παράθυρα της μοίρας, να φανούν οι θλίψεις που έχεις εντός σου, ανοίγονται..



Και κοιμάμαι…

Με σένα στο πλάι μου..

Πάνω στο παλιό κομοδίνο, σαν να μου λες πως αρχίζουν πορείες

κατάθλιψης μέσα

στην κάθε που έρχεται νύχτα..







21 Οκτωβρίου 2010

Από ψίθυρο σε ψίθυρο, από συλλαβή σε συλλαβή

141.



Από ψίθυρο σε ψίθυρο, από συλλαβή σε συλλαβή

η κάθε λέξη δικαιώνει τον έρωτα.

Σε κρατώ σαν ένα ήμερο ζώο στα χέρια μου.

Η καρδιά σου χτυπά.

Ο χρόνος είναι άκυρος τότε.

Εμείς είμαστε αλήθεια εδώ κι εκείνος πουθενά δεν υπάρχει.

Κι από φιλί σε φιλί δεν ξέρω

που μπορεί κανείς να οδηγηθεί πάνω

απόνα τέτοιο παράξενο των αισθημάτων ακρωτήρι..

Σκέφτομαι μ’ έναν τρόπο εικόνων.

140.




Αιφνιδιάζω τις επιλογές ενός παμπάλαιου θεού.

Σκέφτομαι μ’ έναν τρόπο εικόνων.

Εγκαινιάζω

απροσδόκητες επικοινωνίες.

Να κοιτώ έξω μου έτσι

που και μέσα μου να κοιτώ.

Αλιέας,

που επινοεί για να ψαρέψει, θάλασσα.

Νομίζω έτσι μου πρέπει τελικά.

Παίζω

ένα σκάκι αισθημάτων

σε μια σκακιέρα παραδείσου..

Θα είμαι ο εαυτός μου υποδυόμενος μόνο ετούτο τον ρόλο.








Εσύ μπορεί να μην απαντάς ποτέ στα λόγια μου αλλά οι λέξεις μου θα σε σκοτώνουν

Κάθε μέρα λίγο λίγο σαν ένα δηλητήριο που καίει μέσα σου σαν την φωτιά.



Θα ακυρώνω τον χρόνο μες απ' την υγεία των ζωντανών παρομοιώσεων κι ακόμη

Θα είμαι ο εαυτός μου υποδυόμενος μόνο ετούτο τον ρόλο.



Τίποτε δεν πάει περισσότερο στον χαρακτήρα μου απ' ότι ο αέρας:

Με καθιστά ανέμελο και θορυβώδη

Φερέγγυο, αισιόδοξο, ειλικρινή

Και παίζοντας μαζί του ένιωσα κάποια στιγμή να μην γερνάω.



Μετά θα μείνω σπίτι και θα μείνεις μες την φυλακή της αγωνίας σου

Όπως βαθαίνει η νύχτα και απροσδόκητα θα πλησιάζω

Το κάθε ένα ψηφίο σου

Που συνθέτει το δυνατό κρασί της καρδιάς..

Τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν


139.




Τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν, ούτε

αρσενικά ούτε

θηλυκά, ούτε

ουδέτερα-



φυλάττουν, μέσα τους,

έναν απρόσμενο θυμό.

Εναντίον μας ίσως..

Έχουν

βεληνεκές που εφαρμόζεται

μαθηματικά: σκοτώνουν!

Και είναι

που μελετώντας τα, αδυνατείς να βρεις συγχώρεση

πριν σε ξεκάνουν..



Φορτίζουν

την απληστία σου, είναι

ρημάζοντας ουσιαστικά που καταρρακώνουν τα ρήματα.



Ξέρω

τώρα πια πιο σοφός ν’ απομακρύνομαι

σαν να γυρεύω να μονάσω μέσα

στην πολυδαίδαλή τους αγωνία..



Τα διαβάζω πάλι και πάλι..

Κρατάω την μνήμη τους..

Αφομοιώνω την χρηστική τους αξία..

Και τέλος

τα βυθίζω

μέσα σε μία θάλασσα ποιητική:

να εξαγνιστούν!..

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ. ΙΙ


138.





Όσο πατώ μες τον αέρα τόσο

ανασυνθέτω το εγώ μου φορτισμένο

από ψυχές της νύχτας.



Μοιάζω

απορροφημένος

από θρησκεία που θρυμματίστηκε εφτά φορές να γίνει

κάθε κομμάτι της μια ζωντανή ημέρα:



Δευτέρα- των ψυχών που μήποτε αναπαύτηκαν αφού

αγωνίας δρόμους ο άνθρωπος πάει-

έως τον θάνατο!



Τρίτη- της αποκαθήλωσης των ειδώλων. Ζούμε και δίχως δικαιώματα..



Τετάρτη- του στοχασμού:

Ξανασκέψου να μάθεις ποιός είσαι.



Πέμπτη- αυτής της μυστηριακής περιπέτειας των λέξεων που φτάνουνε τόσο μακριά

που δεν μπορείς να πας με τίποτε άλλο μες τον κόσμο.



Παρασκευή- της επικοινωνίας: εγώ, εσύ,

αυτός, αυτοί.

(Έχουμε ανάγκη πλάι πλάι να είμαστε..)



Σαββάτο- να ιδρύσουμε το κράτος των αληθινά αθώων.

Φτάνουν οι πυροβολισμοί. Ακόμη

και με τα μάτια.



Κυριακή- που αψηφά όλα τα τεκταινόμενα.

Φόρεσε τα παπούτσια σου και βγες στο δάσος.

Βρες τον θεό.

Πίσω από δέντρα και ποτάμια κρύβεται.

Σεβάσου!

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ.

136.





Αφήνω πίσω μου τον ζωντανό ψίθυρο του νερού, τον σωρό

της λάσπης που αποθέτει το ποτάμι πάνω στις ρίζες

των παρόχθιων δέντρων


και γυρίζω προς την μεριά του βουνού ξέροντας

πως με την ποίηση στ’ αλήθεια θες

δεν θες περιπλανιέσαι έξω από την εποχή σου-

σαν να μην σου ανήκει αυτή που ζεις κι εσύ

πουθενά δεν ανήκεις..


Ξέρω πως αγαπάς τις λέξεις- κείνες όμως

με έναν τρόπο σου απιστούνε

και γίνονται αψιές.


Το επιγραμματικό τέλος που ορίζει η ποίηση να ειπωθούν

τα πράγματα κάποτε είναι πιο πικρό γιατί

νοήματα μιας θλίψης σφύζει..


Βαδίζω προς την μέσα μεριά: όρος Φεγγάρι! Εκεί

που στα αρχαία χρόνια οι μύστες

αφήνανε τόση ψυχή πιο μυημένη

να περιφέρεται μέσα στο ιερατικό τοπίο.

Και σώζομαι!

Από εκεί που δεν το πρόσμενα κιόλας!


Επιλέγω τα μάτια της νύχτας- βαθιά τους να δω

ποιό είναι το αβυσσαλέο μυστικό ενός καυτού στοχασμού..


Και αφήνω

μέσα στις ώρες που πλέοντας πάνε

το νήμα ενός ντόμπρου αέρα,

παράξενα φτασμένου, που κλώθει κι υφαίνει-

μες την γαληνεμένη μοναξιά…

Κοχλάζουν τα βραστά νερά κάτω απ’ το θηρίο του ήλιου·

133.





Κοχλάζουν τα βραστά νερά κάτω απ’ το θηρίο του ήλιου·

οι κεφαλοδεσιές

στις νέες γυναίκες που ανεβαίνουν τα ψηλά

σκαλοπάτια του πολυμήχανου Ιουνίου

ανεμίζουν σαν χαίτη

όμορφων δίχως φύλλο θεών.



Φαίνεται άσπρο το στηθάκι τους-

όπως ξεκούμπωσε το πάνω

κουμπί φρουρός και άφησε

να φαίνεται το ζουμερό εσπεριδοειδές που ερεθίζει..



Στον δρόμο πάνω απ’ το χωριό οι καστανιές ιδρύουν

αυτοκρατορίες ίσκιου



και τα πουλιά ροδάκινα χρυσά

κάθονται ωδικά σοφά επάνω στα κλαδιά τους.



Ά, ρίμα του αγεριού, φωτάκι μακρινό, νύχτα του πέλαου-

πρωί πρωί που γράφονται οι γαρουφαλλιές τερτσίνες:



ένα μολύβι γράφει σκούρα τα νερά, όπως βουτάν

να παίξουν πάνω κει, στην ράχη μιας αρχαίας θάλασσας..

20 Οκτωβρίου 2010

Προσδοκώ μια εποχή που δεν θα έχω χρεία να εκμυστηρεύομαι-

131.



Προσδοκώ μια εποχή που δεν θα έχω χρεία να εκμυστηρεύομαι-

μια οπωροφόρα εποχή που να συνεχίζει τις λέξεις μου

μέσα απ’ την οθόνη ενός μακρινού θρησκευτικού ουρανού.

Έτσι που δεν θα ξέρω αν είμαι εγώ ή είναι άλλος



εκείνος που αναπολεί καθήμενος πάνω σ’ ένα θαλάσσιο βράχο

την προ αιώνων πολυδαίδαλη

ηθική των ειδωλολατρών συνετών..

ΚΕΡΚΙΝΗ ΠΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ..

Εξάψεις των βουνών μέσα στην μέρα

και στην εξάχνωση του υπερβατικού νερού, δροσιά και λόγια

που θάλλουνε πολύχρωμα με τις διαμαντικές ανταύγειες

που έχει η λίμνη όταν που να ηρεμεί πλουταίνει..



Ένα ζουμί που τρέχει μέσα στα κορμιά των δέντρων

και ανεβάζει την ανθοφορία πιο κοντά

στην τρέμουσα από θερμότη ηλιαχτίδα..

Ασήμι φέγγος στα νερά..



Και τα τζιτζίκια που ευτυχήσανε ένα μακρύ κι ωραίο καλοκαίρι

ψηλότερα πηγαίνοντας το άσμα από οπουδήποτε γινόταν

να φτάσει σε ύψος η καρδιά..



Στο φως που υπερασπίζεται την Κυριακή, λάμψης το ύφος

που συγκινεί τα ερωτευμένα μελισσάκια

που πεταρίζουνε τρελά μες τον χαδιάρη αέρα..

Ασήμι φέγγος στα νερά..



Και το τοπίο που γεμίζει από ηλιόχαρες νεράιδες

τοπίο περισυλλογής, τοπίο του πόθου

να σμίξει η καρδιά με την αιώνιά της θεϊκή ουσία

που σπέρνει στις σελίδες τ’ ουρανού μια μουσική ευλογημένη..

19 Οκτωβρίου 2010

Συμβαίνει κάποτε να λείπει ο άνθρωπος και να πτωχεύουν τα χρηματιστήρια.

Συμβαίνει κάποτε να λείπει ο άνθρωπος και να πτωχεύουν τα χρηματιστήρια.

Ορδές βαρβάρων (οι μέσα μας) αλαζονικά περπατάνε

Στους κεντρικούς άδειους δρόμους της πόλης.

Οι φανοστάτες υποδεικνύουν προσοχή.

Οι σκυθρωπές ράτσες που είμαστε

απεμπόλησαν, δεν ξέρουνε πια την χαρά.

Τα παιδιά μαρτυρούν αγωνία.

Οι γυναίκες είναι στείρες και άδειες.

Με τέτοια αφλογιστία τι πυροβολείς; Ποιός απειλείται;

Εσύ είσαι ο ένας που έχουν θήραμα οι πολλοί.

Οι πολλοί είναι των πολλών τα θηράματα.

Άγονη πόλη- άγονη ζωή.

Μα εγώ λέω βρέστε καινούρια λεξιλόγια που ν' αποδίδουν

Σωστά την λέξη "άνθρωπος" κι ευδοκιμήστε..

Μες την φουρτούνα, μέσα στην σπορά

Βάλτε ψυχή ως και στα πέλματα-

Και εφορμήστε!



14.8.2010

οι σάλπιγγες μιας μακρινής Ιεριχούς ρίχνουν ξανά τα τείχη..

127.




Ένα φως ρέει απ’ το ταβάνι στο πάτωμα, ένα φως αποκαλυπτικό



και χώνεται μες το πουκάμισο του άντρα που έχασε το πρόσωπό του

κοιτάζοντας επίμονα τον ήλιο.



Η μουσική που το ακολουθεί είναι ο ύμνος

σ’ εκείνη την αρχαία θεά που πάνω της κρατιόταν

μια αινιγματική και άσπρη κουκουβάγια.



Η μέρα υποχωρεί και το χνάρι της μένει

πάνω στα φύλλα των δέντρων που εγκλωβίζουν

τον ποιητικό αυτόχειρα άνεμο.



Έτσι όταν πηγαίνει να βραδιάσει τίποτα δεν ξέρουμε

από εκείνη την παλιά μελωδία που συντροφεύει το νέο φεγγάρι



του Αυγούστου που κρεμιέται ανάποδα μες τον ουράνιο θόλο

όπου οι σάλπιγγες μιας μακρινής Ιεριχούς ρίχνουν ξανά τα τείχη..

Τώρα που η τελεία είναι ο μόνος πρόλογος στις περιπτώσεις της ζωής,

125.




Τώρα που η τελεία είναι ο μόνος πρόλογος στις περιπτώσεις της ζωής,

που τα γεγονότα τρέχουν τρελά, σαν να προλάβουν

την κουρασμένη μας διακυβέρνηση

από τους σαλτιμπάγκους του φαιδρού- τώρα

που πραγματοποιεί ακραίες περιπτώσεις του ασυμβίβαστου το όνειρο- τώρα



αφιερώνεται το κάθε ποίημα μου σ’ έναν σκεπτόμενο

μοναχικό, φιλότιμο, καλοπροαίρετο ανθρωπάκο

που τα ηνία στα χέρια του θα πήγαιναν αλλού το άλογο-ζωή..

18 Οκτωβρίου 2010

Προϋπόθεση μέσα μου είναι τα αίθρια λόγια

116.




Δεν είμαι παρά ένας νωχελικός λέοντας που ξαναδιαβάζει την τόλμη του.

Οι ορέξεις μου είναι

να κοιτώ μέσα στην άγρια βλάστηση

της σαβάνας, τις ιδέες της χλόης που εξέχουν

ακούραστες μέσα στον ενάντιο άνεμο.



Έχω κάτι εμπειρίες φωτιάς

που ανάβουν πλάι σ’ ένα νυχτερινό απόμερο ακρογιάλι

κάτι παράξενοι θαμώνες της φυσιολατρικής μοναξιάς.



Προϋπόθεση μέσα μου είναι τα αίθρια λόγια

όπως τα λένε οι παλιοί σοφοί

που γέμισαν μπαρούτι ιδεών τα λεξιλόγια.



Και είμαι

ο ίδιος που ονειροπολεί κι απ’ τον ηρωισμό του σίγμα πάει

προς την αισθητική του αντιφατικού ωμέγα του..

χωρίς πανιά πλεούμενο – και όμως πάει..


114.




Λειτουργούν οι λέξεις μέσα στο κορμί της γλώσσας όπως οι ενδοκρινείς αδένες, σφιχτά

ρυθμίζοντας το πώς σταλάζουν τα νοήματα,

τα μυστικά τους.

Και γίνεται

το κορμί καράβι

που ταξιδεύει

προς το άπιαστο:

σκαρί μιας άλλης εκδοχής,

χωρίς πανιά πλεούμενο – και όμως πάει..



Μπορεί και με τον νέο καπετάνιο του- να αρμενίζει πρίμα τώρα

μες τον στρεβλό καιρό

που πολεμά

να το αφανίσει..

Πολλαπλών αποχρώσεων σώμα που έχει η ζωή!

112.




Πολλαπλών αποχρώσεων σώμα που έχει η ζωή!

Ανάμεσα στο είναι της και το όχι

διαμοιράζεται η εξουσία που κατέχει..



Κατορθώνει να εκπλήσσει, κατορθώνει να είναι

του απρόβλεπτου πάντα παιχνίδι.



Δεν θα την μάθεις πουθενά… Σπούδασε

καλύτερα πως φιλούν μια κοπέλα

που σου παραδίδει το σκήπτρο της θνητής ομορφιάς..









ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΜΟΝΗ..

Η ζωή προεκτείνεται μέσα στο αύριο και δεν έχει θέμα-

έχει μόνο συνέχεια που με τρόπους του έρωτα δίνεται·

εσύ είσαι οχυρωμένη πίσω απ’ τις εφτά πανοπλίες

σαν τα εφτά φεγγάρια που κρυφά θα μιλήσουνε-

πικραμένη και μόνη..



Άσε με να σε πλησιάσω σαν να κατακτώ την σιωπή

που τρωτή γύρω σου τοίχους υψώνει-

για να μαθαίνεις να αναδιπλώνεσαι

μες τον ίδιο εαυτό σου συνέχεια.

Άσε με να σου είμαι κοντά

ο τίποτα και ο κάποιος που αλλιώς σε γνωρίζει..

Ο κόσμος

αέρινος κι υποταγμένος στα γινάτια σου,

μυημένος στην θλίψη και αναδυόμενος απ’ την νύχτα

σε κρύβει και σε φανερώνει, εκεί

λυπημένη κι αγέρωχη

πεταλούδα της νύχτας..



Και τώρα πια δεν βρίσκω τίποτα άλλο άξιο να ειπωθεί

παρά το φως που πιο γλυκά θα τρυπάει

το μάγο πρωινό που έρχεται

πάνω από τις γλάστρες στο αντικρινό μπαλκόνι..

ΕΛΛΑΔΑ..





Χρεώνομαι τα λόγια που λέω, την μουσική

Που αγαπώ, τον ρυθμό

Που κατανοώ και με συναρπάζει- κι έτσι

Ακολουθώ αυτόν τον χοϊκό παλμό που τέλος

Γίνεται ένα αυθεντικό αλφάβητο που μου 'δωσε την λέξη:

Ελλάδα!



Γιατί κοιμούμενος και πλάθοντας ονείρων χώρες

Ή ξυπνητός που με τα μάτια δεν χορταίνει

Γύρω να δει- αυτό ευτύχησα που έχω:

Περιουσία ζωντανή μου Ελλάδα!



Γυρίζω από τις περιπλανήσεις

Του νου, τις μυστικές εκείνες

Πτήσεις επάνω απ' τα πράγματα, τις ιδέες που αχνίζουν

Θυμωμένες μες τον αιώνα που με αγωνία διανύουμε, γυρίζω

Κι όπως το ξέρω ως το κύτταρό μου επιβεβαιώνεται:

Ζεις απ' το αίμα μου και τρέφεσαι Ελλάδα!



Κι από το ποίημα μου ξανά συμβαίνει

Να ιωνίζω, να αιολίζω, να λακωνικά μιλώ

Κρατώντας τον λευκό μανδύα σου που ανεμίζει

Αγέρωχος, αδούλωτος, μαρτυρικός-

Κρυφή μου σκέψη, περιουσία ζωντανή μου, Ελλάδα!

Φωσφορίζουν οι πέτρες, αναβοσβήνουν:

110.




Φωσφορίζουν οι πέτρες, αναβοσβήνουν:

σαν όπως στην ακρογιαλιά, χαράματα

να δεις ένα αρχαίο άπεφθο

βότσαλο την ασημαντότητά του να αφήνει

να την λειαίνει η αρχέγονη θάλασσα.



Ταπεινά το κύμα δουλεύει και δουλεύει:

μικρός επίμονος λιθοξόος που άοκνα εργάζεται

να φέρει αποτέλεσμα πιο στρογγυλό.

Με την ειλικρίνεια των λόγων του νερού, την λακωνική

ομιλία της θάλασσας

που αρέσκεται να είναι άλλου είδους η χίμαιρα.



Τι κρύβεται πίσω από εκείνο

το μούρμουρο που λες και έρχεται απ’ τους αιώνες;

Ποιός κρυφός καημός;



Από το να γνωρίζω την σκληράδα του λίθου

που με νοήματα ίριδας επάνω του αναπλάθεται ο μέσα του λόγος- έγινα

όμοιος ομοίω που ανάλογα σκληραίνει και αεί

την μοναξιά πελάζει του…

17 Οκτωβρίου 2010

Εφαρμόζοντας την δίψα του εγώ




Εφαρμόζοντας την δίψα του εγώ μες τις επιδιώξεις μου

Χάνομαι, δεν θα βρεθώ παρά μετά από χρόνια,

θαμμένος κάτω από μια ανυπόκριτη χλόη

Που δεν κερδίζει τίποτα μ' έναν οιονδήποτε θάνατο.



Δεν ξέρω αν θ' απομείνει τίποτα απ' τις ρομαντικές

Ιδέες μου ή θα τα πάρει όλα ο άνεμος

Ως να τα παρασύρει σ' ένα βάρβαρο μηδέν

Που δεν έχει χρεία από καμία αρίθμηση.



Κληροδοτώ αυτό που είμαι στον αθώο άνεμο

Που θα με σκορπίσει ολόγυρα

Όπως την φήμη μιας γύρης που γονιμοποιεί

Τόσα και τόσα λουλούδια. Δεν φοβάμαι



Που οι μέρες καρφώνουν επάνω μου μια στέγη από γαλάζια σανίδια

Που τα πουλιά κάνουνε κάτω τις φωλιές τους

Από την λάσπη που ήμουν που είμαι

Όταν η παρουσία μου είναι μια απουσία

Κραυγαλέα..



13.8.2010

Μια ενοχή του ουρανού δεν την αγνοείς

Μια ενοχή του ουρανού δεν την αγνοείς


Όταν έρχεται το φθινόπωρο και εξαργυρώνει τις πρώτες σταγόνες

Της βροχής μες τα αραιωμένα μαλλιά του.



Οι φωλιές των μυρμηγκιών ανασυντάσσονται, ο χρόνος γίνεται σκέτο επίγραμμα

Το φως δυσκολεύεται να περάσει τους νόμους του, όλα είναι μια αυθαίρετη τόση φθορά

Που η ζωή είναι μια απροσάρμοστη ακόμα λέξη στην θλίψη.



Οι δρόμοι δεν γιορτάζουν, οι δρόμοι σε απάγουν στο φοβερό πουθενά

Που γύρω σου ορθώνει.



Και τα αισθήματα βαραίνουν λες και οι μοίρες των αθώων βρίσκουν ανταπόκριση

Στον ψίθυρο των μοναχικών δέντρων που φυλλορρόησαν αφήνοντας

Το κάθε ένα ψηφίο τους να είναι ένα λαλίστατο περιβαλλοντικό απόν.

Μάνα των συλλογισμών μου, νύχτα!

.




Όσο ψάχνω μέσα μου απαντήσεις

μια πεισματική νύχτα με κι άλλα ερωτηματικά

επίμονα πάλι έρχεται.



Κι από το μάκρος πέρα των αστερισμών

λες κι απ’ το πνεύμα πρότερων αιώνων

ένα γεωμετρικό σινιάλο όπως να σφίγγει η ζώνη τον Ωρίωνα ή να είναι

η Άρκτος η μικρή που απειλείται από την μεγάλη..



Μάνα των συλλογισμών μου, νύχτα!

Πιο χρησμοδοτική από ποτέ, πιο τεθλασμένη

διασχίζοντας και τέμνοντας το άπειρο..

Νύχτα

που αγκιστρώνεσαι απ’ τις σελίδες μου- σαν να είμαι εγώ ο μύστης

του πολλά σημαίνοντος φεγγαριού..

Είναι διδασκαλείο της μοναξιάς οι ώρες σου..

Ρήματα φλόγας πάνε, έρχονται, δηλώνουν

προς τα άστρα πορείες..

Κι εσύ

μυρίζοντας λουλούδι αγιόκλημα, ιερή

πρωτόγονη, βαφτισμένη

στο ασήμι του μεστού φεγγαριού κομίζεις

των λέξεων την θλίψη, φυλάς

πιο καλά τα προικιά σου-

λόγια αιτίας που να γίνεται

η σιωπή χρυσάφι..



Κατάνυξη η μέσα σου, πριν

ανοίξει η γλαύκα τα μάτια της να κατοπτεύσει

ολόγυρα, γυρεύοντας

θύμα τον ζαλισμένο τυφλοπόντικα.



Και οι νυχτερίδες μαύρες, βραχνές, αρχίζοντας

έναν χορό του Βάκχου..



Θάλασσα

ιερή

που γιγαντώνεις φωνήεντα μακρά

κι όμως πιο εύρωστα στο πλάτος..



Και άνεμε:

λίγε, σημαντικέ-

επιγραμματικό ζουζούνι που κρυφομιλάς μες τα δέντρα.



Και άνθος:

ξανθό επίρρημα, σκληρό

θυμωμένο, ουσιαστικό, βαφτισμένο

στο άρωμα, άξιο

να γυρίσει στο μέσα του

την ευδία των λόγων.



Από τα μυστικά σας εγώ

συλλάβισα τα μυστικά μου.



Τόσο που τόσο κι άλλο τόσο νιώθω να μου επαίρονται

μέσα στα λεξιλόγια οι μελωδικές

των νοημάτων σας οι συμφωνίες..

Και που δεν σου λέω, σου λέω…

105.




Και που δεν σου λέω, σου λέω…

Κάποτε με τον τρόπο της σιωπής, κάποτε μες την βασιλεύουσα

ησυχία..



Επικοινωνώ μαζί σου δίχως

τα φορέματα των λέξεων που γυμνές

τρέχουνε να κρυφτούν μες την βαρύτονη γύρω μελαγχολία..



Ένα βασανάκι είναι οι ώρες· κρατιέμαι γερά

από του φεγγαριού το καγκελάκι να κατέβω μέσα

στα ορυχεία της νύχτας..



Και δεν βρίσκω παρά μόνο την ιστορία των λέξεων, το πικρό γράμμα

που γράφει αιμάτινες περιπτώσεις του πόνου

μες την καρδιά μου..

Ιδού η Ρόδος!


102.




Η καμπάνα γεννιέται στον άνεμο. Ο ήχος της

κρουστός στραφταλίζει.



Πάει μακριά- όπου η αλληλεγγύη

των λουλουδιών που σφύζουν

από ζωή ξεκλειδώνει αυλόπορτες.

Επιγραμματικά το ένα γίνεται δύο:



Δύο καρδιές, δυο θάλασσες

Ένα ρήμα πελάγους: "πλέω" ή "ταξιδεύω.."

με πρίμο άνεμο..



Η σκέψη

διορθώνει τα πεπραγμένα της.

Επινοεί μία θρησκεία των γιασεμιών.

Τραγούδια λυρικά

ανοίγουν διάπλατα παράθυρα:



Ιδού η Ρόδος!

Αν ραγίσει το στήθος μου

Αν ραγίσει το στήθος μου

είναι ένα που θα ξεφύγει πιο γαλάζιο πουλί

προς τον ελεύθερο ορίζοντα.



Είναι η καρδιά μου που θέλει ν’ ανταμώσει το απραγματοποίητο

μέσα σ’ αυτήν την λάμψη της βασιλεύουσας απουσίας..

Σ’ αφήνω ν’ ανεβείς όλη την κλίμακα του ζωντανού μαρτύριου της λέξης.

100.




Σ’ αφήνω να δουλέψεις με το μυαλό μέσα στις συγκυρίες της φωτιάς του πάθους σου.



Σ’ αφήνω ν’ ανεβείς όλη την κλίμακα του ζωντανού μαρτύριου της

λέξης.



Τότε που οι μάγισσες μέρες επαναστατούν και γίνονται

μια ιστορία πονεμένη.



Σ’ αφήνω να νιώσεις ελεύθερη σαν ένα πουλί

που δεν έχει που ν’ απαγκιάσει.



Και γυρεύει το φως των κλαδιών να του πει

για την φωλιά των ονείρων του.



Σ’ αφήνω

να περάσεις από εμένα σ’ εμένα

σαν να με ακυρώνεις που δεν είμαι εκεί

που αρχίζει η πραγματική μοναξιά σου..

16 Οκτωβρίου 2010

Πλιάτσικο των ανέμων όταν οι ανθισμένες αυλές μαδούν

Πλιάτσικο των ανέμων όταν οι ανθισμένες αυλές μαδούν και μένει άγρυπνη πάνω στην μάντρα μία βοκαμβύλια-



Λέω τα που αν τα κατανοήσεις είναι που αθωώνουν σε-



Φροντίζω την λέξη, την γλώσσα-



Εραστής από αυγή κι έως εσπέρας-



Διαβάζω της ποίησης το εκατόφυλλο ρόδο-



Αρσενικός που θέλει όλα τα θηλυκά για ταίρι-



Αναδύομαι από αινιγματικούς ουρανούς:



Συνθέτω μουσικές αγρύπνιας-



Το ειπωμένο μου, το αποσιωπηθέν

Κάποτε πιο φλύαρο από το αυγινό πουλί·

Λέει και λέει-



Θα το προσεγγίσεις

Αφήνοντας την καρδιά σου να σε οδηγεί

Στων αισθημάτων τον δύσκολο δρόμο..

Ερμηνεύστε με όπως δεν θα με ξέρω ούτε κι εγώ εμένα..

99.



Ερμηνεύστε με όπως δεν θα με ξέρω ούτε κι εγώ εμένα..

Όπως δεν ξέρω ότι υπήρξα ανάμεσα σε γαλανά φωνήεντα και άφθαρτες νότες.

Κι εσένα που σου μίλησα σαν να ήμουν νερό που γάργαρο κυλάει, κάνε με

στο μυαλό σου μια μελαγχολική μουσική

που τρυπάει

τον περίγυρο των λουλουδιασμένων σπιτιών..

Τότε που είναι το κάθε ‘να λουλούδι ωδικό

98.




Διαβάζοντας κι άλλο μέσα μου, κι άλλο, κι άλλο

κατέληξα πώς να με κάψει η θέληση και να είμαι

των ρημάτων ο ρημαγμένος-

που δεν μπορεί το δράμα του να συγκινήσει κιόλας.



Γιατί εκείνος που αφιερώνεται για να καεί

κι ας καίγεται δεν λέγεται

με λόγια ο πόνος του..

Κι αυτό που θέλησε να υπηρετεί

σαν από δρόμο μυστικό προς τον βασανισμό τον πάει

του ίδιου του εαυτού..



Πάντως φεγγάρια

πάνω μου σταθήκανε

και κάναν τις σελίδες μου γλαυκές..

Στην προκυμαία

καράβια αργούν και υπομονετικά

στοχάζονται τα μακρινά ταξίδια.



Βραδιές που περπατώ πλάι στον μόλο, με μυαλό

παρμένο απ’ τις έννοιες.



Και μου είναι μοίρα η θέληση- όσο κι αν θέλει κατορθώνω

μες από λέξεις και την τελευταία στιγμή, να σώζομαι.. Να επικοινωνώ

με θρύλους

άλλων καιρών..



Τότε που είναι το κάθε ‘να λουλούδι ωδικό

και στην καρδιά το άρωμά του απευθείας πάει..

Γιατί με φως κι από το φως θα ερμηνεύεται πάντα η ζωή..

Σαν τώρα που είναι από το άλφα να κατανοώ το ωμέγα μου

δίχως να λέω και μόνο να σωπαίνω..

SAGID IGBAL..





Να πω για τον SAGID που έχασε

το κορίτσι που έπεσε

με το λεωφορείο στον γκρεμό.

Τον καλό μου φίλο με την καρδιά από χρυσάφι

που ήταν αθώος πιο κι από ένα παιδί.

Ήταν ψηλός σαν δέντρο

καλόκαρδος σαν ήλιος.

Δεν είχε εγωισμό ούτε για να διεκδικήσει μια μπουκιά.

Όταν θυμόταν το κορίτσι του

δάκρυζε

το ψηλό αγόρι το μελαχρινό έκλαιγε

και είχε βαθιά μέσα του μια ωραία ρωγμή.

"Κοίτα.." μου είπε μια μέρα και μου έδειξε ετούτη την φωτογραφία:

μια κοπέλα αγνή μια κοπέλα γαλάζια.

"Τώρα.." του είπα "θα την κρατάς στην καρδιά.."

Δάκρυσε.

Δάκρυσε ο φίλος μου κι εγώ δεν ήξερα

πώς μου τελείωσε η κάθε λέξη
που θα μπορούσα να πω..



13.10.2010

Κέρκυρα..

του Σικελιανού η ανάσα

97.




Τα απαλά βαφτισμένα στον ήλιο νεροχρώματα

βάφοντας τον παμπάλαιο τοίχο- εκεί

που σκαρφαλώνει ένας κισσός, ψηλά

πάνω απ’ την μάντρα που χωρίζεται του Άη-Γιώργη το εκκλησάκι

απ’ τα περβόλια τ’ ουρανού..



Χνούδια και πούπουλα, φτερά

πουλιών που εμφυλιομάχονται ποιό να νικήσει..

Στην πόρτα του αυλόγυρου γυρίζει απ’ έξω

Μήτηρ Θεού ανασταίνοντας το θαύμα..



Και του Σικελιανού η ανάσα, πιο βαριά, πιο δυνατή, πιο νέα

μόλις και έχοντας ανηφορίσει μέσα στην κατάνυξη του όρθρου

ν’ ανάψει ένα κερί ο ποιητής στον έρωτα ετούτης της αρχαίας άνοιξης..



Α! φώτα

της ψυχής, προπαντός,

που τον ύμνο ψηλά, πιο ψηλά, εσηκώσατε!



Λατρείες παλιές, υμνώντας τον Άδωνη- με σώμα

που πέθανε ν’ αναστηθεί!

Και μύρο είναι που θα πλανιέται ολόγυρα..

Των λουλουδιών ημέρες που συλλαβίζουν οι πέρα βοσκοί

βουκόλοι της παλιάς ερημίας..



Και το φως κλείνοντας τώρα τον κύκλο του, πάνω

από την πρωτοξύπνητη μέρα- κρουνός

ενός ιαματικού, γελαστού νερού- πράο

ανεβαίνει αφήνοντας

νότες του ύμνου, του παλιότερου ύμνου

που έχει η γλώσσα του ιεροφάντη ανέμου να πει…











Κρατώ τον λόγο σου σαν αξιωματικό λόγο:

95.




Κρατώ τον λόγο σου σαν αξιωματικό λόγο:

στο ύψος που πρέπει και μέσα μου

να τον καταλαβαίνω πιο πολύ τώρα που είμαι μόνος.



Α, πώς με ξάφνιασε η απουσία σου!

Όλη την μέρα έτρεχαν μες το μυαλό μου οι ιδέες

σαν φρενιασμένα άλογα που ήθελαν και να νικήσουν.



Πέφτει το βράδυ.. Ο νους μου γίνεται

ένα κλειστό δωμάτιο που κάποιος υποφέρει αναβοσβήνοντας το φως.



Εσύ,

σαν κάπου μακριά, τώρα θα πιάνεις την κουβέντα με τα άστρα.



Θα είσαι η νίκη επί των πάντων, μια θεά

που δάφνες δρέπει από τον πόλεμο των λέξεων..



Και θα παρίστασαι εκεί που κλείνει ο ορίζοντας σφιχτά

μία αγχόνη περασμένη στον λαιμό της μαύρης νύχτας..

15 Οκτωβρίου 2010

Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μια ψυχή που δεν την πιστεύει ούτε κι ο άνεμος..

93.




Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μια ψυχή που δεν την πιστεύει ούτε κι ο άνεμος..



Είσαι μπροστά μου ανοιγμένη σαν μία σκέψη αχιβάδα που αν δεν προσέξεις θα σ’ εγκλωβίσει..



Ακούγεσαι κόκκινη και λευκή

να ονειρεύεσαι πάνω απ’ τα κάστρα του ύπνου..

Ακούγεσαι να μιλάς σαν μ’ εκείνους που πια δεν υπάρχουν..



Είσαι

των επιφωνημάτων ο μίτος, η ζωντανή δροσιά

που αναστατώνει τα μεστά τριαντάφυλλα.



Είσαι ο ύμνος του Αυγούστου που υπερασπίζεται

μ’ όλο το πάθος του το καλοκαίρι..

13 Οκτωβρίου 2010

Μολών λαβέ αυτήν την μοναξιά..

90..




Ας με σώσει τώρα κάποιος απ’ αυτήν την εμμονή σαν επιδίωξη να ασκήσω

γοητεία στον ουρανό με λέξεις..

Οι ευθείες τους

προεκτείνονται νοερά

και δεν μπορούνε να φυλακιστούν από γραμματικά σύνορα

που θα περιορίσουνε ακόμα

κάθε ποιητικό που θα ξυπνήσει βάθος..



Μολών λαβέ ωστόσο αυτήν την μοναξιά..

Βρες θάρρος

αν θέλεις να διεκδικήσεις μια πατρίδα άλλων στοχασμών..



Εσύ που είσαι βασιλέας του φαιδρού

της ζωής

ξέρεις και το αλήθεια βάθος

της τραγωδίας της..

12 Οκτωβρίου 2010

η ποίηση είναι αξία πολυποίκιλων μέσα της συγκεντρώσεων..

89..




Η ψυχή που είμαστε

συσσωρεύει άλλες ψυχές να επιβιώσει..



Η ζωή που είμαστε

συσσωρεύει άλλες ζωές να σταθεί..



Όποιος συνειδητά υπάρχει,

αθροίζει μέσα του άλλες υπάρξεις για να είναι υπαρκτός..



Έτσι κι η ποίηση είναι αξία

πολυποίκιλων μέσα της συγκεντρώσεων..



Κουβαλώ με επίγνωση την άγνοιά μου..



Ξέρω πως τα αγκάθια της κουβαλώ

όπως ο αχινός τα δικά του..



Και δεν είμαι άλλο από έναν που εκεί

που περνούν οι μέρες, εκείνος εξεταστικά

παρατηρεί τις συμπεριφορές των μοναχικών..



Ιωάννινα…29.7.2009

κάπου στα βόρεια προάστια

87.



Περιφραγμένα βορινά οικόπεδα

κάπου στα βόρεια προάστια- μέσα

στο μάτι του ήλιου..



Και μετά

ορθώνονται οι πολυκατοικίες

που συσκευάζουν την ανθρώπινη παρουσία σαν για ν’ αποσταλεί

στο αδιάφορο.



Και πιο πέρα

των πεύκων οι θύσανοι

αιχμηροί -σαν που σε πολεμάνε.



Μόνο κοτσύφια πρωινά

σπάζουν το κέλυφος αυτής

της κακής σου διάθεσης..



Όπως να είναι οι απόλυτοι άρχοντες

του φαιδρού..

Πίσω από τον παλιό εθνικό δρόμο

86.




Πίσω από τον παλιό εθνικό δρόμο

είναι τα σπίτια με τις φθαρμένες προσόψεις, τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα

και τα λουλούδια στις αυλές που κάνουν την αντίσταση θρησκεία.

Τα πρωινά

ο ήλιος καίει πάνω στις μισογκρεμισμένες μάντρες που κλονίζουν την ευθεία

της ερημικής, παρατημένης στην μοίρα του χρόνου, δημοσιάς.

Κάτι γερασμένοι άνθρωποι που σαν τα πουλιά θα κελάηδησαν

αλλά σε άλλους χρόνους.

Και ένας αέρας- λίγος πάντα- που παίζει

με των δέντρων τις σκονισμένες φυλλωσιές.

Τον χειμώνα

η ανάμνηση γίνεται βασανιστική-

η ανάμνηση της νιότης που δεν ξεχνάει τα προικιά της.

Τα παράθυρα ανοίγονται σπάνια και κάτι φορές

προβάλει πίσω απ’ το παλιό δρομάκι ο ουρανός

που τον έχει ο ήλιος πυρώσει –

λες να δεχτεί

να παίξει στην καινούρια της ζωής κωμωδία..

Αποταμιευμένες μέσα μου οσμές ανθέων

85.




Αποταμιευμένες μέσα μου οσμές ανθέων και ένας παράξενος

κήπος - άλλου κόσμου το καύχημα..



Και από μία ραγισματιά τ’ ουρανού

της ψυχής, κάπου μακριά,

να φαίνεται που υπερβάλλει ο θεός..



Ιουλίου βοτσαλωτές παραλίες όπου παιδιά που παίζουν

κάνουν να αντηχεί αιώνια αμφιμονοσήμαντη η ελπίδα

καθρεφτισμένη μες τον εαυτό της..



Ένα φως που τρίβεται διαμαντικά πάνω στα πιο αρχαία βράχια

του ηλιοβασιλέματος- κι οχτώ

η ώρα δύουνε τα βάσανα των λουλουδιών

που ο περιβολάρης ίσκιος με δροσιά κατάβρεξε προτού αρχίσει να βραδιάζει..



Σαλέματα των φύλλων, μόλις απαλά, εκεί

που ο άνεμος, σχεδόν μηδενικός, γυρίζει

με ήπια παραγγέλματα

να δώσει το παρόν μέσα στην περιδιάβαση των κρίνων..



Σελίδων γραφόμενα που χαρά περιέχουν

όπως ο μάγος χρόνος θα την δει.



Και ορτανσίες αναμμένες –ξημερώματα-

μετά που έσκασαν τα ροδαλά πυροτεχνήματα

της κάθε αυγής..



Αλφαβητάρι των εντόμων που λες ξύνουν το άπειρο-

Πλήθος που χαριεντίζεται, αδηφάγο

για να κακοφορμίσει ο ουρανός..



Και αντένες του ήλιου- πυρρές, ολόξανθές, πιο άγιες

κι από χρυσάφι που την λάμψη του γεννά

μες της ματιάς την εικόνα..

Για μένα ας μιλήσουν οι θάλασσες:

83.




Για μένα ας μιλήσουν οι θάλασσες:

αυτές οι γαλανές αγκαλιές που έχουν

δική τους σοφία..

Πλέον

δεν με περιορίζουνε οι λέξεις· προτιμώ

αυτό το φλύαρο κύμα που απλώνεται

σε όλη την ακτή του νου.



Και το χώμα ας μιλήσει: το πολυδύναμο,

το σεμνά φιλοσοφημένο, το πρωταρχικό

το υλικό του σύμπαντος κόσμου..



Και τα λουλούδια που γνώρισα

σαν που το άρωμά τους σκορπώντας

μες την μνήμη μου μείνανε

παρουσίες θεού..

Και τα ύδατα

που ρέουν

πολυσύλλαβα

άοκνα

υπερούσια

αγγίζοντας τον πλανήτη

υπόγεια,

ουσιαστικά-



Και οι προσευχές που κατόρθωσα

πιστεύοντας κι όχι

στον θεό

που πιο επίμονα μου απίστησε

όταν να τον πλησίασα είχα μπορέσει..



Και εγώ

ας μιλήσω για μένα:

εγώ που με ξέρω από της μάνας μου τα νανουρίσματα,

εγώ

που είμαι τώρα πιο λιτός κι από ήχο

που απλώνεται έξω απ’ τις νότες- μέσα

στην γλυκιά μουσική!

11 Οκτωβρίου 2010

Σκληραίνουν τα γραφόμενά μου

82.




Σκληραίνουν τα γραφόμενά μου και περιπλανιέμαι στις σελίδες τους-

σαν ένας μοναχός μίας που ίσως και ποτέ να μην υπήρξε

θρησκείας.

Δρόμους δεν έχουν βατούς.



Ανάμεσα από κακοτράχαλα μέρη πάω

σε ένα ανθισμένο πουθενά.

Ό,τι χρησιμοποίησα για να ανοίξω

την πόρτα του παράδεισου κλειδί

τώρα πιο άχρηστο ανάμεσα στα χέρια μου.

(μιλώ για λέξεις…)

Η ευκολία να αποστηθίζω ουρανό

μάλλον με έβλαψε.

Ξέχασα και στο χώμα να πατάω.



Ονειροπόλος όσο δεν θα ‘πρεπε.

Ανασταίνονται μέσα μου άλλες ευαισθησίες:

ορατού και αόρατου που θέλουν παραδομένο να με δουν..

Στήνω ένα σπιτικό ανέμων.

Οξύνονται μέσα μου όλες οι αντιθέσεις…

Μέσα στα χέρια μου λάμπουν οι ελευθερίες του τίποτα

81.




Μέσα στα χέρια μου

λάμπουν οι ελευθερίες του τίποτα, οι ελευθερίες των πουλιών.

Τα μικρά μυστικά λουλούδια που δεν τα μαρτυρώ γιατί

από το όνειρο έρχονται.

Οι ψιλές με νόημα βροχούλες που μόνο με αίσθημα καταλαβαίνω.

Οι απλούστερες σκέψεις που δεν ανήκουν πουθενά

παρά μόνο σ’ εμένα

που έμαθα να σχεδιάζω αύριο,

από το άρωμα ενός γενναίου λεμονιού..

Αν πεις που θα κατέχω ποτέ τι είναι η αγάπη, λαθεύεις-

Γιατί κι οι ποιητές πάντα θα απορούνε μην ξέροντας
πότε αρχίζει και πότε τελειώνει αυτός ο ουρανός..

Ας κερδίσω κι εγώ μια παρτίδα..

Χρειάζομαι μια περιπέτεια ψυχής να υπάρχω.

Είναι που και το φως όπως βυθίζεται μες τον θηλυκό εαυτό του

Αρχίζει να γίνεται ευανάγνωστο.

Πού είσαι όταν βραδιάζει όμως, πού είσαι όταν βραδιάζει

Και ζητάω πατρίδα μες των σελίδων τον θόρυβο;

Τα αποκτημένα μου εξαϋλώνονται φεύγουν

Είναι περιουσία φωτιάς-

Δείχνω αγάπη στο μικρό σου μουτράκι

Που ξεκλειδώνεται για να υπάρξει το τραγούδι μας.

Κι απ' τους ανθρώπους όπως γερνάω

Τι να πιστέψω πια δεν ξέρω και τι όχι-

είναι που είμαι φιλέρημος

Και θέλω να μαθαίνω συνεχώς μουσικές.

Οχυρώνομαι συνεχώς πίσω απόνα τίποτα υπαρκτό

Που το ζεις, το κατέχεις, το πράττεις

Και η επιθυμία σου είναι υποδουλωμένο φεγγάρι

Πίσω απ' τα σύννεφα της νύχτας.

Και στην ποίηση τι θα μείνει μετά

Που θα περάσουν τα χρόνια, θα παλιώσουνε οι θάλασσες, θα

Σκουριάσουν τα λόγια, οι μνήμες

Θα σβήσουν και θ' απομείνει μια ευθεία φωτιά

Να καίει όλα τα ειπωμένα μας;

Αν μοιράσει η τύχη ξανά αυτήν την δύσκολη τράπουλα

Ας πάρω έναν άσσο που ονειρεύεται

Φιγούρες δυνατές να του παρασταθούνε..

Ας κερδίσω κι εγώ μια παρτίδα..

Αρχαίο παμπάλαιο νερό.

80.




Να κρυφακούς μες τα ουράνια και –προπαντός-

να μπορείς να μαθαίνεις ηθική που υπάρχει

στον κορμό ενός γέρικου δέντρου.



Διαβάζονται κι απ’ την ανάποδη τα περιβόλια.

Τα ζαρζαβατικά τους

προσδίδουν σπιρτάδα στον άνεμο.



Οι ευρείες τους

συνειδήσεις εκμυστηρεύονται γονιμότητα.

Ένας λεπτός

σιγανός, σχεδόν ήχος νερού που υπόγεια

τις ρίζες ανταμώνει..



Αρχαίο παμπάλαιο νερό.

Κορυφώνεται όντας κι αυτοκρατορικό και τρισάγιο

και ποιητικό και εμπνευσμένο

και βαθύ και ρηχό-

σκεύος της ζωής και σκεύος του πόθου..

10 Οκτωβρίου 2010

άμα δε τω Ήρι αρχομένω

78.




Από γεμάτο Ιούλιο κι από άδειο φεγγάρι

αρχής και γενομένης από Κυριακή



και δύο ενιαυτούς μετά από την πρώτη σου ποιητική κατάθεση-



ίδιος δεν είσαι αλλά είσαι εσύ

παρασάγγας μακριά από τον προτεραίο σου εαυτό



Τώρα

που ομιλείς ελληνικά και είσαι

ταγμένος να βαθαίνεις στα μυστήρια των λέξεων



και



άμα δε τω Ήρι αρχομένω



θ’ αφήσουν οι σελίδες σου τ’ αρώματα

να κατακλύσουν το στερέωμα

που πάλλεται..

Στο ωδείο της μέρας μαζεύτηκαν τα πορφυρά κορίτσια

76.




Στο ωδείο της μέρας μαζεύτηκαν τα πορφυρά κορίτσια

σαν νότες

που επαναστάτησαν

με τόσα θαρρετά φωνήεντα·



Με τα λινά πουκάμισα που από μέσα

πυροβολούν οι ερεθισμένες ρόγες·

τα βαμβακερά μπλουζάκια

που ο ιδρώτας σύνορα να σχεδιάσει θέλει..

Ά! Φώτα,

νιάτα του καλοκαιριού, υπεροψίες

της νιότης!

Η καρδιά

παντιέρα που ψηλώνει και

παντιέρα που αρμενίζει..

Εκείνοι είναι πάντα οι κήποι των ρόδων και αυτοί είμαστε τώρα εμείς

72.




Εκείνοι είναι πάντα οι κήποι των ρόδων και αυτοί είμαστε τώρα εμείς

οι αιώνια ερωτευμένοι.

Τα χείλια μας καίνε και οι λέξεις που λένε

είναι σαν που των άστρων τις εποχές ξανα-

χρησιμοποιούν για ν’ ανοίξουν

καινούριο των αισθημάτων αλφάβητο.





Ά! να μπορούσα να σε πω όπως σε λένε

οι σιωπές οι μέσα μου που σκέψη

δική σου περιέχουνε..

Να σου κρατώ το χέρι κι έτσι ακόμα, όπως

κι από μακριά εσύ μαζί μου είσαι..



Βεβαιώνει ο κόσμος τα ανθισμένα λουλούδια μου

του λόγου, τα δικαιώνει..

Κι εγώ σε ψάχνω εκεί, στα μεστά σύννεφα

που ταξιδεύουν και πολυόμματα κοιτούν

πάνω απ’ την γη, τον έρωτα

τόσων θνητών ανθρώπων..

Πάρε τις προσευχές σου κι άμε-

71.

Άντε να ζήσεις τώρα μες σ’ αυτόν τον δύσκολο εκατομβαιώνα

που υπερασπίζεται τα αίσχη του με ευκολία

και είναι οι κοινωνίες πιο σαθρές

κι από στροβίλου κύλισμα.



Είσαι κουτός να θέλεις να σιτίζεσαι με όνειρα-

εδώ δεν είναι η πατρίδα αφελών, εδώ πονάνε

όσοι δεν ξέρουν ν’ αποταμιεύουνε σωστά..



Πάρε τις προσευχές σου κι άμε-

ανήκεις σ’ άλλη εποχή- δεν είσαι

κείνος που περιμέναμε:

ο αναμορφωτής και της ψυχής μας..

ψιχάλες

69.




Μικρές αόρατες ευθείες που ενώνουνε τα σύννεφα με γη

ψιχάλες που τις λένε όλοι

σταδιοδρομούν

αγγίζοντας και την μελαγχολία μου, μετά

που γράφονται μες τις σελίδες μου που θα μυρίσουν πρωτοβρόχι..

Πίσω απ’ το τζάμι, ο νευρικός σοφός, επαίτης

κοιτά τον κόσμο που περνάει, κοιτάει το όλον

που γίνεται ένα μέρος απ’ το τίποτα..



Στα χέρια του, ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα,

ένα καλόκουρδισμένο κομπολόι

χτυπά πιο ρυθμικά κι από καρδιά οψιδιανού ψιθύρισμα.



Διαχειρίζεται αθώα την φαντασία του- το ξέρει

ότι το να κοιτάς πίσω απ’ το παράθυρο

ον του θυμού που δεν εκφράζεται σε κάνει..

Βαραίνουν οι σκιές των δέντρων και λοξοδρομούν κατά τα περιβόλια τα κοπάδια με τις αίγες

67.


Βαραίνουν οι σκιές των δέντρων και λοξοδρομούν κατά τα περιβόλια τα κοπάδια με τις αίγες

Αποφλοιώνονται τα καλαμπόκια και στενάζουν κάτω απ’ το καμουτσίκι του ήλιου τα ηλιοτρόπια

Σκάζει η γης

Οι μυρμηγκοφωλιές κουράζονται με τόση αποταμίευση

Η σιταρήθρα χοπ χοροπηδά μέσα σ’ ένα χωράφι που υπόσχεται εσοδεία

Νότες ξανθές που κρέμονται πάνω απ’ τα ξερά κλωνιά, ενώτια νότες

Όπως ένα γεράκι απ’ το ποίημα αυτό χιμάει ν’ αρπάξει τον φτωχό αρουραίο

Που κάνει τρύπες στο ζεστό κορμί της άνοιξης..



Τοπία που βόσκουνε συνείδηση θεού μέσα στο ντάλα μεσημέρι

Σε όλα περισσεύει η θρησκεία των αρχαίων ελληνικών θεών. Δεν έχω

Τίποτε άλλο να ελπίζω από τα σωστά βερίκοκα

Που ροδοκοκκινίζουν λατρεμένα πίσω στην παλιά αυλή

Την ώρα που φιμώνεται να μην τα μαρτυρήσει ο άνεμος..



Κρύο νερό και μέλι- κι ο καφές

που τσούζει απ’ την δροσιά τον ουρανίσκο..



Ένα σεντόνι

νυφικό

στο πίσω το δωμάτιο

που θα πλαγιάσει απόψε η νύφη-



Ένα δεμένο μυστικό με δαχτυλίδια αρραβώνων

Γλυκά βιολιά- όπως ανάβει μες το βράδυ το ωραίο γλέντι και χοροπηδούν

Με αιτία παλικαριάς οι νέοι γαμπροί.



Γι αυτό που θα γενεί στο μέλλον έχω άπειρα ερωτηματικά- μα ξέρω

πως θ’ ακουστεί η χαρά μέσα στα απώτατα ποιήματα

με σιγουριά!..

9 Οκτωβρίου 2010

Κάτι φορές κατορθώνω έναν άνεμο δικό μου, έναν άνεμο δημητριακό



66.




Κάτι φορές

κατορθώνω έναν άνεμο δικό μου, έναν άνεμο δημητριακό

που γυροφέρνει μέσα στις άγουρες πεδιάδες, αρχίζοντας

ν’ ακονίζει το ξίφος του..



Στα βαθιά του είναι δύσκολο το φως, είναι

απρόβλεπτος ο ήλιος

σύμμαχος όλων των σκέψεων, βραχμάνος

της περιρρέουσας ερημιάς..



Κάτι φορές κατορθώνω μια λυρική έξαρση

του παράξενου δεδομένου

της ψυχής..



Οσμίζομαι γιασεμιών φαντασίες, ευφράδεια

σελήνης την νύχτα..



Κάτι φορές είναι απόλυτο το σπίτι, δεν σηκώνει

άλλα παράθυρα, κλείνει

κι αυτά που έχει- γίνεται

μνήμα..



Κάτι φορές κατορθώνω μια σημασία του τίποτα

να μου είναι τόσο μα τόσο σημαντική μες τα γραφόμενα,

που ο φτωχός που είμαι

είναι αθώος άνθρωπος και με πολλές

ερμηνείες απλός!

(Σικελιανός..)

65.



(Σικελιανός..)



Όσο και να κρατήσει αυτή η ζωή, η μέρα διαρκώς θα επαναλαμβάνεται- και τη νύχτα

θα την φέρνουν ξανά τα χιλιόχρονα άστρα.



Πού να πάμε δεν ξέρουμε..



Θα είναι στην ιωνική που ο χρόνος κρατάει ανεστραμμένα τα κάτοπτρα..

Μέσα κοιτάμε

που ρέει- ρέει σαν νερό- κι όμως να πιεις δεν σ’ αφήνει..



Γερνάει το σώμα και ο ορθωμένος Λεπέτυμνος

υψώνεται με μνήμες παιδικές να σε φιλοξενήσει..



Τι συνέβη εκεί; Πώς άγγιξες

την ποίηση; Πού βρήκες

το ξίφος των λέξεων; Πώς έκοψες

το σπλάχνο σου ακόμη;



Τώρα τα απογέματα σου λένε απ’ τις γλάστρες τα γεράνια

εκείνα που θα σου ‘λεγε η γιαγιά

ποτίζοντας τις τριανταφυλλιές και το αχνιστό τσιμέντο..



Και των ρημάτων το σώμα γλυκά

που σου απίθωσε μες την παλάμη ο Ποιητής!

Από της νυκτός ακόμη, ένα φως, παράξενο, στρογγυλό

64.




Από της νυκτός ακόμη, ένα φως, παράξενο, στρογγυλό

και στην προέκτασή του ν’ ανταμώνει κάθε σκέψη.

Ίδιο από αρχαία ελληνική μοίρα ..



Όταν μικραίνει ο κύκλος των ειπωμένων, εγώ είμαι ένα κέντρο

σαν από λόγο παλιό, που γύρω του περιφέρονται δορυφορικά

λέξεις κλειδιά που ξεκλειδώνουν

μελλοντικό ορίζοντα.



Και ξέρω ότι καλύτερα είναι να αισθανθείς, να παλέψεις

κι ας μην ερμηνευτούν τα πάντα γύρω σου - ας μείνουν

με το λούστρο του μύθου τους, ας μην

τα ξέρεις ολοκληρωτικά..



Είναι το σκοτάδι πειθήνιο- το φως

εκδικητικό-

η μέρα αψιά..



Δεν θα μπορέσεις να είσαι εκείνος που ήθελες- θα κατασπαραχτείς

από των νοημάτων τις οξείες οδύνες!

8 Οκτωβρίου 2010

Πολλά έχω στο κεφάλι μου





Πολλά έχω στο κεφάλι μου- τα μισά

Των μισών στο τέλος καταλήγουν

Όπου αποταμιεύει μέσα μου η ποίηση..

Χαροκόπου και είμαι εκεί ξημερώματα

Ρουφώντας τον κρύο αέρα της παλιάς Καλλιθέας

Και οι ρίζες μου είναι έξω από την κουρασμένη

πρωτεύουσα, φτάνουν

Ως την απέναντι ακρογιαλιά που με την πρώτη

ποίηση τότε φλερτάρει.

Είναι πολύ πικρά την σήμερον ημέρα αυτά τα μεροκάματα

Που παίρνω, παίρνεις, παίρνουμε, φθειρόμενοι

Αλλήλοις και μας έχει δέσμιους ο άπονος καιρός.

Αν ξέρεις να μιλάς όπως οι λέξεις σε πάνε

Τρυπάνια, σφυριά, καρφιά, είναι η περιουσία μου

γερνάω ηθελημένα κουζουλός...

Από τα χέρια μου στο σώμα σου υπάρχει μια πορεία επιθυμίας.

63.



Από τα χέρια μου στο σώμα σου υπάρχει μια πορεία επιθυμίας.



Σαν ρίζες απλώνονται επάνω σου τα δάχτυλά μου-

χωμένα παντού-

και με μία ευχή:

να ριζώσουν..



Εσύ αναστενάζεις γλυκά και σε τρώει η φωτιά, η βάσανος

ηδονή.



Ακουμπάς την καρδιά σου μέσα στην νύχτα

κι εγώ ακούω την άνοιξη φερμένη από λόγια που εσύ μου μιλάς.

Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω·



μόνο να ανεβώ

στο πιο ψηλό κατάρτι του πόθου, να κρεμαστώ

μετέωρος μέσα στο φεγγαρίσιο φως

που βαλσαμώνει τις νυχτερινές μελωδίες..








Ιουλίου του ευκράτου!

60.




Τόσο επικό το κυπαρίσσι που δεν χωρά ούτε μέσα στα χρόνια

που ζει..

Τόσο λυρικός ο αέρας που του περισσεύουν αισθήματα φιλίας.

Οι λεμονιές που φτάνουν στα μέλλοντα-

δίφορες -σαν την γνώμη της θάλασσας..

Το μάρμαρο του πόντου γαλανό κι αρχίζοντας να ιριδίζει..



Οι φωνές των παιδιών ευτυχίες

που υπόσχονται την ζωή που θα φτάσει στο αύριο..

Ο ήλιος..

αφέντης του μεσημεριού..



Χιλιάδες τζιτζίκια τετερίζουνε

αφήνοντας να γίνεται πιο σίγουρο το καλοκαίρι..

Στα ρηχά των νερών ο πιο απλός αχινός

που απειλεί να πληρώσεις το τίμημα..

Γαλαζοπράσινα, ζεστά νερά..

Ιουλίου του ευκράτου!

Ζώντων κι αποθαμένων κατανυχτική προσευχή!

Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες

57.



Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες ένας άνεμος

συμπαντικός,

μειλίχιος,

ρουθουνίζοντας

σαν επίμονος δέσποτας, ξεβάφει

τον απέραντο ουρανό, μοιράζει

τα χνώτα της ελευθερίας του

στα σοκάκια των ουράνιων τόξων..



Ένας θεός που γυμνάζεται

σε μια ασκητική του ουρανού και υπαγορεύει

ηθικές των πρωτόπλαστων λέξεων

μες το μυαλό

του ποιητή του κόσμου..

Ένας αέρας ακλόνητος

55.



Ένας αέρας ακλόνητος

σαν ουρανός

φασκιώνει τα μωρά τριαντάφυλλα,

λυγίζει

τις καλαμιές

τινάζει

την ευωχία του

πάνω στο χώμα που σκιρτάει..



Ένας ποιητικός παλμός

που ακούγεται

μέσα σε κάθε φλέβα

της άνοιξης..



Ένα τέμενος που προσκυνούν οι μαργαρίτες που καψώνονται

και γυρίζουν το μάτι

στον ήλιο

κλονισμένες..



Ένας ημίθεος που κάπου

θα χάθηκε

και επιτέλεσε τον άλλον άθλο

από αυτόν που θα του επιβάλανε οι θεοί..

λέξεις φτιάχνω να την ψυχή μου ολοένα δυσκολεύουνε..

53.




Ένα ελάχιστο αεράκι κι απ’ την χώρα των φυτών

ένα συνεφαπτόμενο φως, αρχίζοντας

που μιλά να σωπαίνει.



Μέλισσες, σφήκες, μυγάκια

μελαχρινά,

πουλιά μικρά τι-

τιβίζοντας- λουλούδια

ωδικά, αποσαφηνίζοντας

το κραυγαλέο μεσημέρι.



Και η μέρα που άνοιξε σαν κόρη τα ματάκια της, εκεί

ψηλά στα ουράνια μπαλκόνια, να φανούν

που χρυσωθήκανε οι πεταλούδες της- Το θαύμα

το μεγάλο της αιώνιας ομορφιάς!



Κι εγώ

με ένστικτο πουλιών μιλώντας γαλάζια

διαιρέτης του θόλου, οπαδός

της φιλοσοφικής μοναξιάς

λέξεις φτιάχνω να την ψυχή μου ολοένα δυσκολεύουνε..

7 Οκτωβρίου 2010

Τόσοι άνθρωποι γύρω μου

Οι πολυκατοικίες έχουν θεμέλια, η νύχτα

Έχει θεμέλια, ο νους μου

Έχει θεμέλια, το φεγγάρι

Αγκιστρωμένο πάνω στον σκοτεινό ουρανό.

Ο χρόνος που ξόδεψα να μάθω δεν ανταποκρίνεται
στο αποτέλεσμα. Είμαι αδαής και τσαρλατάνος

Που δεν έφτασε την απόλυτη γνώση. Αλλά

Και τι είναι τώρα πλέον απόλυτο; Εκεί

Που νομίζεις γνωρίζεις τον άνθρωπο,

Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που ήξερες τότε εσύ.

Κρατά κι από σένα τουλάχιστον ένα σημαντικό μυστικό.

Τόσοι άνθρωποι γύρω μου ένοχοι,

Αθώοι, με τις μικρές απατεωνιές τους, πασχίζοντας

Να κερδίσουν επιτυχημένα μια ωραία ζωή.

Κι όταν τους πλησιάζω κρύβονται σαν για να μην τους ξέρω

ποτέ

Που αφήνουν τον χρόνο τους να κυλά βιαστικά

και θλιμμένα.

γεωμετρικά του θεού περιβόλια

43.




Κι όταν καούνε όλα, μες

από την τελευταία σπίθα, πάλι γίνεται η ζωή-

λες και ποτέ δεν θα πεθάνει..



Στο μέλλον θ’ αποκαλυφτεί να είναι εκεί: με μέσα της

αφρόντιστους κήπους-

γεωμετρικά του θεού περιβόλια, ιτιές

που ψηλώνουν περήφανες, ισάξιες

με τον σκληρό θάνατο-

που με σιωπές θησαυρίζει.



Και μία κρυφή από όλους τροφός

αμβροσία που ταΐζει τον επόμενο Δία σου-

ελθέτω πάλι!



Τα πάντα ερμηνευμένα για να τα κρατάς

μισά μες το μυαλό σου και μισά

μες την επιθυμία.



Παραλίες νησιών που γυρίζουν προς το ανοικτό την συνείδηση

μέρος του λιμενοβραχίονα.



Κι εμείς φλυαρούμε αλλά και τίποτα δεν ξέρουμε..

Ό,τι προκύψει θα ‘ναι

ουσίας δώρο,

θεϊκής!

Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας

39.



Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας και σ’ ακολουθούν

ρήματα θάλασσας και ουσιαστικά απογυμνωμένα

απ’ τον εγωισμό τους..

Σκοτεινές σοφίες της σκέψης κι ουρανοί που δεν ήταν δικοί σου.



Ένα επιφώνημα έψαχνες- ‘’Ώ!’’ που ν’ αξίζει

όσο ένας αυτόβουλος κήπος

με την ευωδιαστή περηφάνια του!



Και να αναδύεσαι σαν από των αιώνων τα οξύτατα γύρω σου ύδατα.

Της τραγωδίας θεατής και του σύμπαντος κόσμου..



Πλημμυρίζουν οι ανάσες της μέρας το βαθύλαλο στήθος

τ’ ουρανού- τίποτα δεν ξεγίνεται..

Όλων η χαρά είναι μια φωτισμένη ευθεία, ένα χαρούμενο πνεύμα

που χορεύει επάνω από τα αψηλά αλώνια που διδάσκεται

να σημαίνει ωραία πράγματα η ζωή..

6 Οκτωβρίου 2010

ΒΡΟΧΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ..

Δεν που πίστεψε κανείς στην αλήθεια κι αν θέλεις

Αυθαίρετο ήταν το απόγεμα όπως σκλαβώνονταν

μες το κορμί της μέρας-



Το φως έγερνε μονόπλευρα προς τον νοτιά

Το πουλί τώρα κοιμήθη'



Έχω όσο νερό θέλω- πιο βαρύ

Απ' τον άνεμο, πιο ομιλητικό

Απ' το σύννεφο

Που πάνω στον βαρύ ουρανό

στάθηκε μια στιγμή και αναλώθη'

Σε ένα ξόδεμα νωπής ελευθερίας..



Οι σταγόνες είναι ζωή, κάθε μία

Είναι υπόσχεση να ανατιναχτούν τα επιτόκια

Της καρποφορίας. Μες

Τις ύστερα ώρες τίποτα άλλο δεν έχω

από μία σκιά

Που μ' ακολουθεί και μάλλον θα γίνει

Ο άλλος μου δυνητικός εαυτός..

Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο

36.



Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο και αγαπώ

αυτόν τον ωραίο καιρό που απλώνει την ζέστα του

σαν ένα απέραντο κεφαλοπάνι..



Στην τσέπη μου ούτ’ ένα γρόσι- πώς θα αγοράσω ερημιά;



Βάρκες μέσα στην νύχτα έρχονται και πάνε-

ψαρόβαρκες πνευματικής αλιείας.



Στα βαθιά του ουρανού καρφωμένη και σαν από την λάμψη της μεθυσμένη, η σελήνη..



Αφιερώνονται στον άνεμο τραγούδια..

Ο στίχος φτάνει απευθείας στην καρδιά.



Τόση στοργή που φύλαγα για σένα

θα μου την επιστρέψει πίσω πάλι ο θεός.

Να ξέρεις:

στα βαθιά του μυαλού μου μόνο εσύ θα υπάρχεις-

σαν να μου ξαναγίνεται ακατάληπτο το κάθε λεπτό

που μεταφράζει σε αγρύπνια την ελπίδα.



Και μόνος μένω να ζητώ δικαίωση μέσα στον ανελέητο καιρό..

5 Οκτωβρίου 2010

Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει


Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει


Και πήγα κατά την γόνιμη ύπαιθρο.

Οι φορτωμένες καρπό ροδιές γυάλιζαν πολυόμματες μες τον αέρα

Τα πεύκα από το ρετσίνι έτριζαν

Ο θεός ήταν φίλος.

Βρήκα το οξύτονο φως να ορθοπλωρεί πάνω απ' τα κηπευτικά

που μοιάζανε παραμυθένια.

Οι αίγες σκαρφαλώνανε ψηλά ψηλά πα' στον γκρεμό.

Οι αμνοί σταλίζανε κάτω απ' την μεγάλη χαρουπιά.

Η θάλασσα ήταν αιώνια εκεί, η θάλασσα.

Μετέφρασα την χαρά και δεν ήτανε πάντα οι λέξεις

Ικανές να σκεπάσουν το εννοούμενο.

Κληροδότησα ένα ψηφίο καθαρό που θα το σεβαστούνε τα άλλα τα χρόνια

Που θα χρησμοδοτήσουνε ξεκάθαρα και θα δεχτούν την προσφορά μου..

Άφησα τον ουρανό σαν ένα τούλι επάνω μου να λάμπει

Και πήγα κατά την γόνιμη ύπαιθρο..

Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας


35.




Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας

οι αιώνιοι πρίγκιπες του σκοτεινού φωτός

πίνουν των άστρων αμβροσία..



Στα χέρια τους έχουν το θυμιατό των ανέμων,

το μικρό βασανάκι της μεγάλης καρδιάς..

Ο γύρω κόσμος
Βαθαίνει απουσιάζοντας-



Και πιάνεται μες την απόχη η κάθε σκέψη

που θα τολμήσουν.. Ώσπου

στο χάος του απέραντου τίποτα αρμοστεί η θέρμη
του αληθινά ονειροπόλου που θέλει

μία πιο δίκαιη ζωή..

Ρέουν μαργαριταριών ανάσες


34.




Ρέουν μαργαριταριών ανάσες και κάτι βρεγμένα φύλλα των δέντρων που μετά

τα καρφώνει στο χώμα η βροχή.



Ευθείες σκέψεις αρμενίζουνε και η ώρα

έξη το πρωί, γίνεται όπως πάντα

πιο ακριβός για τον καθένα ο θεός..

Στρατής εποίησεν..

33.




Χορεύουν τα λόγια, χορεύουν οι εικόνες, στο μυαλό μου.

Ανοίγω τους ευαίσθητους ουρανούς μου να πλημμυρίσουν πουλιά,

ελπίδες.

Ζητάω ρέστα μουσικής..

Νότες που περισσεύουν ως το αύριο..



Οι ολοστρόγγυλοι όρκοι που δόθηκαν

από την μέρα που έφυγε στην μέρα που ήρθε

κάποτε γίνονται δέντρα

ιαματικά,

νερένια δέντρα,

ζωντανά

ξαπλωμένα

μέσα στο μεσημέρι των ανέμων,

τον γλυκό στοχασμό που φυλακίζει

μια ιδέα ρέμβης πλάι στην πολύλαλη θάλασσα.



Και τα σπίτια που δεσπόζουν ευτυχισμένα, όλα μαζί,

συντροφικά, φιλέρημα, αφήνοντας

ανοιχτά τα παράθυρά τους και τις πόρτες να χάσκουν

σαν στόματα κουρασμένα που χασμουριόνται και μπαίνει

αιφνίδιος ένας απρόσκλητος ήλιος..



Προσπαθούν να είναι αγνά, ηθικά, θησαυρίζουν

ανθρώπινη μοναξιά- αυγαταίνουν

τις περιούσιες τους



από καλοδιατηρημένη ψυχή που κόβει βόλτες

ρομαντικές κάτω από ένα καλοπροαίρετο φεγγάρι..



Έτσι όπως το ποίημα τούτο που θα τα χωρέσει

Στρατής εποίησεν..

Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα

32.



Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα και κάπου

κερδίζουν άνεμο τα χελιδόνια.



Μια κοπέλα καθισμένη εκεί

στο πεζουλάκι του επάνω κήπου

πλέκει πολύχρωμα όνειρα.



Μυγάκια του κρασιού, μπεκρήδες

κυνηγούν μία εκ βαθέων ανάσα.

Το καΐκι του ήλιου ψηλά αρμενίζει

γυρίζοντας προς την ανατολή τα ηλιοτρόπια..

Ένας μαΐστρος που δαγκώνει απαλά την θάλασσα.

Ένας σιρόκος που σωπαίνει.



Στα κάστρα των ανέμων φάνηκε

ο τελευταίος αυτοκράτορας-

προτού η πόλις αλωθεί..

4 Οκτωβρίου 2010

Και τώρα τίποτα..

Και τώρα τίποτα..

Θα πάμε πίσω: στο απόλυτο αίσχος, στο κενό των κενών..

Κλείδωσε την καρδιά σου, κοίτα πέρα μακριά:

ο ορίζοντας που ήξερες τώρα νυστάζει

Και μαζεύει να ησυχάσουν τα ωραία πουλιά του.

Το φως εξακοντίζει τα βέλη του

Προς τα πέρα βουνά

Και χλιμιντρούν για να δηλώσουν παρουσία οι θάλασσες.

Τα ρολόγια γράφουν τον χρόνο ανάποδα: είναι το δευτερόλεπτο

Καθαγιασμένο- ηχεί

Σαν ένα σήμαντρο απόμακρου κοιμητηρίου που οι νεκροί του σηκώθηκαν και απαίτησαν μια δίκαιη ανάσταση..

Κοιμάμαι αλλά δεν κοιμάμαι- είμαι ακούοντας τους ήχους της νύχτας

Που έρχεται.

Τα φώτα των δρόμων μεγαλώνουν τις σκιές και αναγνωρίζω τον άνθρωπο

Που χάνεται μες την βιασύνη των παρόδων, την σιωπή

Των σπιτιών, τον θόρυβο

Της λεωφόρου που καταλήγει στο τίποτα του αύριο κόσμου..

Όλα σε μια παρέλαση των αισθημάτων.

Όλα νομίζοντας θα λιγοστέψουν.

Ηττημένα- οικτρά ηττημένα..

Καληνύχτα!

Πάντως έτσι συμβαίνουνε τα πράγματα

31.



Πάντως έτσι συμβαίνουνε τα πράγματα -χωρίς

να τους αφαιρείται τίποτα-

συμβαίνουν και είναι

που να προσπαθήσεις να εμβαθύνεις στα ρηχά τους θα βγεις

και μ’ ένα ρήγμα ο ονειροπόλος.



Έτσι που τώρα να μιλώ ανάποδα

με ένα λεξιλόγιο απίστευτα τραυματισμένο

από εισβολές μιας αλλοδαπής εξουσίας και μιας ημεδαπής

αδράνειας.

(όσοι πιστοί του πολυσήμαντου Ήλιου με καταλαβαίνουν..)



Τέλος

ανακαλύπτω μόνο με τα δάκρυα

να ξεκλειδώνεται αληθινά ο κόσμος..



Αρχίζεις εσύ να μιλάς και κατόπιν

οι ιδέες σου όλες που κρίνονται

αιχμηρές σε πληγώνουν..



Με ψυχολογία τρωτή που θα πας

μες το επίμονα πιο θλιμμένο σου αύριο;



Χρησιμοποιώντας έναν μπούσουλα άστρων να!

Είσαι του χρόνου ο αξεδίψαστος ταξιδευτής..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου