...

...

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ..

31 Οκτωβρίου 2009

Άντε να ζήσεις τώρα μες σ’ αυτόν τον δύσκολο εκατομβαιώνα

71.
Άντε να ζήσεις τώρα μες σ’ αυτόν τον δύσκολο εκατομβαιώνα
που υπερασπίζεται τα αίσχη του με ευκολία
και είναι οι κοινωνίες πιο σαθρές
κι από στροβίλου κύλισμα.

Είσαι κουτός να θέλεις να σιτίζεσαι με όνειρα-
εδώ δεν είναι η πατρίδα αφελών, εδώ πονάνε
όσοι δεν ξέρουν ν’ αποταμιεύουνε σωστά..

Πάρε τις προσευχές σου κι άμε-
ανήκεις σ’ άλλη εποχή- δεν είσαι
κείνος που περιμέναμε:
ο αναμορφωτής και της ψυχής μας..

Μικρές αόρατες ευθείες που ενώνουνε τα σύννεφα με γη

69.

Μικρές αόρατες ευθείες που ενώνουνε τα σύννεφα με γη
ψιχάλες που τις λένε όλοι
σταδιοδρομούν
αγγίζοντας και την μελαγχολία μου, μετά
που γράφονται μες τις σελίδες μου που θα μυρίσουν πρωτοβρόχι..
Πίσω απ’ το τζάμι, ο νευρικός σοφός, επαίτης
κοιτά τον κόσμο που περνάει, κοιτάει το όλον
που γίνεται ένα μέρος απ’ το τίποτα..

Στα χέρια του, ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα,
ένα καλόκουρδισμένο κομπολόι
χτυπά πιο ρυθμικά κι από καρδιά οψιδιανού ψιθύρισμα.

Διαχειρίζεται αθώα την φαντασία του- το ξέρει
ότι το να κοιτάς πίσω απ’ το παράθυρο
ον του θυμού που δεν εκφράζεται σε κάνει..

Τα φώτα σβήνουν κάτω από τον χαμηλό άνεμο του απογέματος.

Τα φώτα σβήνουν κάτω από τον χαμηλό άνεμο του απογέματος.

Στην παραλία έρχονται ξανθά κορίτσια:
τα μάτια τους
λάμπουν ηδονικά και φωσφορίζουνε
σαν γάτας
μες το σκοτάδι του καλοκαιριού.

Από τις φούστες τους ξεφεύγει ένα θαυμαστικό παρατεταμένο-

σαν έγχορδο που αποκρυπτογραφείται μόνο
μ’ ενός φαλλού το δοξάρι αν θες..

Οι γάμπες τους
είναι ζυμωμένα ψωμιά ροδοκόκκινα.

Τα στήθη τους
μικρά ολοστρόγγυλα ηφαίστεια που ο κρατήρας σφραγίστηκε
από ένα κεράσι υπέροχο που όλοι θελήσανε να πιπιλίσουν.

Και πέφτει το βράδυ..

Βαρύ, αποδεκατίζοντας
τις χιλιάδες προσευχές από ένα πλήθος ευλαβικά
και επιμένοντα ακόμη τζιτζίκια..

30 Οκτωβρίου 2009

Έχω ένα κομματάκι από θρυμματισμένο ουρανό

Έχω ένα κομματάκι από θρυμματισμένο ουρανό
μέσα μου- ένα θραύσμα από ποίημα
που το φιλώ σαν κόρη οφθαλμού-
μην και ποτέ μου λιγοστέψει.

Εκείνο λάμπει σαν αστραφτερό ψάρι που ασημίζει
τόσο πολύ- ακόμα
κι όταν βρεθεί απ’ τα νερά του έξω..

Δεν θα με καταλάβουνε…το ξέρω.
Ξέρω που θ’ απομείνω μόνος να μιλώ
μια γλώσσα ανεμογενημένη-
που από ιωνικό παράλιο έρχεται
και καίει μέσα μου σαν λύχνος αναμμένος.

Και ν’ αποφύγω τις βολές, οι σφαίρες όλες θα με βρούνε-

έτσι δεν λέω να φυλάγομαι- ελπίζω
σ’ ένα τραγούδι μόνο
που το συνθέτουνε πουλιά
της προ-ανθρώπου
δημιουργίας..

Δεν θα γίνουν τίποτα άλλο από λόγια τα λόγια

68.

Δεν θα γίνουν τίποτα άλλο από λόγια τα λόγια, αλλά εσύ που ξέρεις να αποχαρακτηρίζεις
- από τα γεράνια της αυλής και τα πουλιά- το αύριο
έλα,

έλα απόψε κάτω απ’ την σκέπη του γεμάτου φεγγαριού τη νύχτα
άναψε όλη την χαρά σου, πήδα
πάνω απ’ τα κάψαλα του Άη-Γιαννιού, αναστενάρη μου
μείνε μαζί μου απόψε που δεν συμφωνούνε τα άσημα με τα ένδοξα
κι ο χρόνος γράφει επικές σελίδες
του ανθρώπου, μες την ιστορία της αναπνοής..

29 Οκτωβρίου 2009

Βαραίνουν οι σκιές των δέντρων

67.

Βαραίνουν οι σκιές των δέντρων και λοξοδρομούν κατά τα περιβόλια τα κοπάδια με τις αίγες
Αποφλοιώνονται τα καλαμπόκια και στενάζουν κάτω απ’ το καμουτσίκι του ήλιου τα ηλιοτρόπια
Σκάζει η γης
Οι μυρμηγκοφωλιές κουράζονται με τόση αποταμίευση
Η σιταρήθρα χοπ χοροπηδά μέσα σ’ ένα χωράφι που υπόσχεται εσοδεία
Νότες ξανθές που κρέμονται πάνω απ’ τα ξερά κλωνιά, ενώτια νότες
Όπως ένα γεράκι απ’ το ποίημα αυτό χιμάει ν’ αρπάξει τον φτωχό αρουραίο
Που κάνει τρύπες στο ζεστό κορμί της άνοιξης..

Τοπία που βόσκουνε συνείδηση θεού μέσα στο ντάλα μεσημέρι
Σε όλα περισσεύει η θρησκεία των αρχαίων ελληνικών θεών. Δεν έχω
Τίποτε άλλο να ελπίζω από τα σωστά βερίκοκα
Που ροδοκοκκινίζουν λατρεμένα πίσω στην παλιά αυλή
Την ώρα που φιμώνεται να μην τα μαρτυρήσει ο άνεμος..

Κρύο νερό και μέλι- κι ο καφές
που τσούζει απ’ την δροσιά τον ουρανίσκο..

Ένα σεντόνι
νυφικό
στο πίσω το δωμάτιο
που θα πλαγιάσει απόψε η νύφη-

Ένα δεμένο μυστικό με δαχτυλίδια αρραβώνων
Γλυκά βιολιά- όπως ανάβει μες το βράδυ το ωραίο γλέντι και χοροπηδούν
Με αιτία παλικαριάς οι νέοι γαμπροί.

Γι αυτό που θα γενεί στο μέλλον έχω άπειρα ερωτηματικά- μα ξέρω
πως θ’ ακουστεί η χαρά μέσα στα απώτατα ποιήματα
με σιγουριά!..

Κάτι φορές κατορθώνω έναν άνεμο δικό μου

66.

Κάτι φορές
κατορθώνω έναν άνεμο δικό μου, έναν άνεμο δημητριακό
που γυροφέρνει μέσα στις άγουρες πεδιάδες, αρχίζοντας
ν’ ακονίζει το ξίφος του..

Στα βαθιά του είναι δύσκολο το φως, είναι
απρόβλεπτος ο ήλιος
σύμμαχος όλων των σκέψεων, βραχμάνος
της περιρρέουσας ερημιάς..

Κάτι φορές κατορθώνω μια λυρική έξαρση
του παράξενου δεδομένου
της ψυχής..

Οσμίζομαι γιασεμιών φαντασίες, ευφράδεια
σελήνης την νύχτα..

Κάτι φορές είναι απόλυτο το σπίτι, δεν σηκώνει
άλλα παράθυρα, κλείνει
κι αυτά που έχει- γίνεται
μνήμα..

Κάτι φορές κατορθώνω μια σημασία του τίποτα
να μου είναι τόσο μα τόσο σημαντική μες τα γραφόμενα,
που ο φτωχός που είμαι
είναι αθώος άνθρωπος και με πολλές
ερμηνείες απλός!

28 Οκτωβρίου 2009

(Σικελιανός..)

65.

(Σικελιανός..)

Όσο και να κρατήσει αυτή η ζωή, η μέρα διαρκώς θα επαναλαμβάνεται- και τη νύχτα
θα την φέρνουν ξανά τα χιλιόχρονα άστρα.

Πού να πάμε δεν ξέρουμε..

Θα είναι στην ιωνική που ο χρόνος κρατάει ανεστραμμένα τα κάτοπτρα..
Μέσα κοιτάμε
που ρέει- ρέει σαν νερό- κι όμως να πιεις δεν σ’ αφήνει..

Γερνάει το σώμα και ο ορθωμένος Λεπέτυμνος
υψώνεται με μνήμες παιδικές να σε φιλοξενήσει..

Τι συνέβη εκεί; Πώς άγγιξες
την ποίηση; Πού βρήκες
το ξίφος των λέξεων; Πώς έκοψες
το σπλάχνο σου ακόμη;

Τώρα τα απογέματα σου λένε απ’ τις γλάστρες τα γεράνια
εκείνα που θα σου ‘λεγε η γιαγιά
ποτίζοντας τις τριανταφυλλιές και το αχνιστό τσιμέντο..

Και των ρημάτων το σώμα γλυκά
που σου απίθωσε μες την παλάμη ο Ποιητής!

Από της νυκτός ακόμη, ένα φως, παράξενο, στρογγυλό

64.

Από της νυκτός ακόμη, ένα φως, παράξενο, στρογγυλό
και στην προέκτασή του ν’ ανταμώνει κάθε σκέψη.
Ίδιο από αρχαία ελληνική μοίρα ..

Όταν μικραίνει ο κύκλος των ειπωμένων, εγώ είμαι ένα κέντρο
σαν από λόγο παλιό, που γύρω του περιφέρονται δορυφορικά
λέξεις κλειδιά που ξεκλειδώνουν
μελλοντικό ορίζοντα.

Και ξέρω ότι καλύτερα είναι να αισθανθείς, να παλέψεις
κι ας μην ερμηνευτούν τα πάντα γύρω σου - ας μείνουν
με το λούστρο του μύθου τους, ας μην
τα ξέρεις ολοκληρωτικά..

Είναι το σκοτάδι πειθήνιο- το φως
εκδικητικό-
η μέρα αψιά..

Δεν θα μπορέσεις να είσαι εκείνος που ήθελες- θα κατασπαραχτείς
από των νοημάτων τις οξείες οδύνες!

Από τα χέρια μου στο σώμα σου υπάρχει μια πορεία επιθυμίας.

63.

Από τα χέρια μου στο σώμα σου υπάρχει μια πορεία επιθυμίας.

Σαν ρίζες απλώνονται επάνω σου τα δάχτυλά μου-
χωμένα παντού-
και με μία ευχή:
να ριζώσουν..

Εσύ αναστενάζεις γλυκά και σε τρώει η φωτιά, η βάσανος
ηδονή.

Ακουμπάς την καρδιά σου μέσα στην νύχτα
κι εγώ ακούω την άνοιξη φερμένη από λόγια που εσύ μου μιλάς.
Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω·

μόνο να ανεβώ
στο πιο ψηλό κατάρτι του πόθου, να κρεμαστώ
μετέωρος μέσα στο φεγγαρίσιο φως
που βαλσαμώνει τις νυχτερινές μελωδίες..

Πρώτο γεμάτο του Ιουλίου φεγγάρι

62.

Πρώτο γεμάτο του Ιουλίου φεγγάρι και αδύνατον να μην σε συγκλονίσει η ομορφιά του!
Αγρυπνά μες τον νυχτερινό ουρανό, είναι Ποίησης τέκνο..

Και που να σου κρατώ το χέρι νοερά, πικραμένος, βουβός
αφήνοντας να με κεντούν με λόγχη οι ώρες..

Είσαι
απόμακρη
σαν το αρχαίο άστρο που μες τον νου μου καρφώθηκε
σαν για να με την θύμησή σου ταξιδέψει..

26 Οκτωβρίου 2009

Μες την φωλιά της νύχτας τα πουλιά χτίζουν την θέληση της μέρας

61.

Μες την φωλιά της νύχτας τα πουλιά χτίζουν την θέληση της μέρας
που έρχεται-

απλοποιούνε το τραγούδι που θα ανταμώσει τα χρυσάφια του ήλιου-
χτίζουν με νότες την αυγή..

Στα πουπουλένια τους φτερά οι άνεμοι ελπίζουν
όπως κρατά αυτή η έμπνευση της πτήσης τους αιώνια..

Και στίχο στίχο, σκαλοπάτι μες την μέρα
φτιάχνουν την Ιλιάδα της δικής τους ποίησης!

Τόσο επικό το κυπαρίσσι που δεν χωρά ούτε μέσα στα χρόνια

60.

Τόσο επικό το κυπαρίσσι που δεν χωρά ούτε μέσα στα χρόνια
που ζει..
Τόσο λυρικός ο αέρας που του περισσεύουν αισθήματα φιλίας.
Οι λεμονιές που φτάνουν στα μέλλοντα-
δίφορες -σαν την γνώμη της θάλασσας..
Το μάρμαρο του πόντου γαλανό κι αρχίζοντας να ιριδίζει..

Οι φωνές των παιδιών ευτυχίες
που υπόσχονται την ζωή που θα φτάσει στο αύριο..
Ο ήλιος..
αφέντης του μεσημεριού..

Χιλιάδες τζιτζίκια τετερίζουνε
αφήνοντας να γίνεται πιο σίγουρο το καλοκαίρι..
Στα ρηχά των νερών ο πιο απλός αχινός
που απειλεί να πληρώσεις το τίμημα..
Γαλαζοπράσινα, ζεστά νερά..
Ιουλίου του ευκράτου!
Ζώντων κι αποθαμένων κατανυχτική προσευχή!

Ένα πουλί ζεσταίνει τα φτερά του μες τον καυχησιάρη ήλιο

59.

Ένα πουλί ζεσταίνει τα φτερά του μες τον καυχησιάρη ήλιο-

ένα φωνήεν γλαυκό που πέφτει απρόσμενα μέσα στην αγκαλιά
της αιώνιας θάλασσας-

ένα παιδί που παίζει με την άμμο..

Πεύκα δακρύζουνε ρετσίνι όπως να πονάνε
και αρμυρίκια που αντιστέκονται κοντά στο άσπρο κύμα..

Στο χάζι εσύ του πόντου που στα χρόνια μέσα απλώνει προσευχές
κάτω από τα φτερουγίσματα των γλάρων..

Στο μάτι μέσα του ήλιου, κάτω απ’ το αλμυρό νερό
που σπέρνει πάνω στα θαλάσσια βράχια του
ανεμώνες κόρες της θάλασσας..

25 Οκτωβρίου 2009

Κάτω απ’ το χώμα οι ρίζες που απλώνονται σκάβουν

58.

Κάτω απ’ το χώμα οι ρίζες που απλώνονται σκάβουν με τα νύχια τους το χοϊκό πείσμα..

Οι αιώνιες ρίζες, οι αρχέγονες, ανακουφίζουν την μανία τους
παίρνοντας φόρα
να τρυπώσουν πιο βαθιά μες την γη..

Και οι απολήξεις τους πιο σκληρές κι από τον εγωισμό των επάνω τους δέντρων
τυμβωρυχούν να βρούνε μια αίθουσα που να χωρά το μαύρο φως
που το έγκατο της κάτω γης κατέχει..

Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες

57.

Πάνω από τις πεισιθάνατες λεύκες ένας άνεμος
συμπαντικός,
μειλίχιος,
ρουθουνίζοντας
σαν επίμονος δέσποτας, ξεβάφει
τον απέραντο ουρανό, μοιράζει
τα χνώτα της ελευθερίας του
στα σοκάκια των ουράνιων τόξων..

Ένας θεός που γυμνάζεται
σε μια ασκητική του ουρανού και υπαγορεύει
ηθικές των πρωτόπλαστων λέξεων
μες το μυαλό
του ποιητή του κόσμου..

Ένα ελάχιστο αεράκι

53.

Ένα ελάχιστο αεράκι κι απ’ την χώρα των φυτών
ένα συνεφαπτόμενο φως, αρχίζοντας
που μιλά να σωπαίνει.

Μέλισσες, σφήκες, μυγάκια
μελαχρινά,
πουλιά μικρά τι-
τιβίζοντας- λουλούδια
ωδικά, αποσαφηνίζοντας
το κραυγαλέο μεσημέρι.

Και η μέρα που άνοιξε σαν κόρη τα ματάκια της, εκεί
ψηλά στα ουράνια μπαλκόνια, να φανούν
που χρυσωθήκανε οι πεταλούδες της- Το θαύμα
το μεγάλο της αιώνιας ομορφιάς!

Κι εγώ
με ένστικτο πουλιών μιλώντας γαλάζια
διαιρέτης του θόλου, οπαδός
της φιλοσοφικής μοναξιάς
λέξεις φτιάχνω να την ψυχή μου ολοένα δυσκολεύουνε..

Το φως είναι ένα δεδομένο ιαματικό-

48.

Το φως είναι ένα δεδομένο ιαματικό-
έτσι όπως το καταλάβανε στην Δήλο
κάποτε.

Και η ευθεία
-σκέψη, επιθυμία, ματιά-
τότε μόνο αληθινά ευστοχεί , όταν διαθλάται
και πραγματικά πετυχαίνει την τεθλασμένη υπεροψία της..

Να μπορούσα τουλάχιστον να ζήσω συμπυκνώνοντας

47.

Να μπορούσα τουλάχιστον να ζήσω συμπυκνώνοντας
τις ποιότητες που επιθυμώ
σαν σε όνειρο-
τέτοια να μου γινότανε η χάρη:

να χωρέσω ένα ποτάμι μέσα σε μια μικρή σταγόνα ίδιου
και απαράλλακτου νοήματος!

Η ώρα μύριζε φρόνηση και κομμένο καρπούζι

46.

Η ώρα μύριζε φρόνηση και κομμένο καρπούζι
στον μεγάλο δίσκο, στην κουζίνα που τα πλακάκια
γυάλιζαν σαν το πάτωμα μιας πολύχρυσης Ατλαντίδας..

Τα κουκούτσια του
μαύρες ψηφίδες που φυτεμένες ανασυνθέτουν
πάλι τον ίδιο καρπό

σκορπούσαν πέρα δώθε, όπως πολέμαγε
τσιμπολογώντας τα να δροσιστεί ο παπαγάλος.

Και καμωνόμουν πως δεν βλέπω, πως δεν ξέρω τίποτα
από τις σκανταλιές του, όταν λερωμένος από την χαρά σκαρφάλωσε
στον ώμο μου, πιο φιλικά να με πιστέψει..

22 Οκτωβρίου 2009

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Τα λόγια σου είναι η θλίψη μου, είναι η μελαγχολία του πικραμένου μου λόγου.

Τα φέρνεις κοντά μου όπως ο λίγος αέρας τα φέρνει, τα πυροδοτείς, τα γεμίζεις

μπαρούτι των άστρων και μέσα στην νύχτα μου σκάζουν

σαν όμορφα βεγγαλικά που με κάνουν να απορώ

πώς δεν τελειώνει ποτέ αυτή η ώριμη νύχτα..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΣΤ΄.

Δος μου ένα φως αγνό που να εξηγεί τον μύθο
κάθε λουλουδιού μέσα στην μέρα..

Αφιέρωσέ μου του λευκού γιασεμιού το χρώμα, την υπεροψία των πουλιών

Τον άνεμο που καταφέρνει να πυρπολεί την καρδιά των λευκών σελίδων μου.

Άφησε το ψηφίο ένα να γίνεται ψηφία πολλά, να γράψει
σ’ αυτόν τον ψηφιδωτό χρόνο μια ιστορία επική
του ανθρώπου.

Άσε με
να ελπίζω πως θα μου γίνουν οικεία όλα
τ’ απόκρυφα βιβλία της αστερόεσσας θάλασσας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΕ΄.

Για το χατίρι σου
ανάβουν ομοιοκατάληκτα τριαντάφυλλα, τα πρωινά ενστερνίζονται άνεμο, οι γούρνες
συλλαβίζουν νερά που κυλάνε.

Για τα χατίρι σου
το τοπίο γράφεται πράσινο, οι χρόνοι καταρρέουν, τα φυτά
εξάπτονται και η μέρα
προχωρά αέναα γαλάζια ή πιο γλαυκή
στην άκρη που την τρώει λίγο λίγο ο ορίζοντας..

Για το χατίρι σου
πεισμώνω και γίνομαι άγρυπνο αγρίμι που δαγκώνει..

Για το χατίρι σου
οι περιουσίες μου είναι
στάχτη στην στάχτη που απώλεσα
όλο το βιός μου μέσα στων ματιών σου την λαχτάρα..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΔ΄.

Τα επίθετα σφυρίζουν πίσω από τις αντωνυμίες:

εγώ που σ’ αγαπάω – εσύ
που είσαι μια νεράιδα που την έχει η βροχή καμάρι.

Η γραμματική μου ακυρώνει τον χρόνο..
Δεν σε φοβάμαι
όπως αγκυλώνεις το σώμα μου, καυτά να τρέξουν δάκρυα,
σαν το ρετσίνι σ’ έναν δέντρου κορμό.

Και με τα τόσα πνεύματα που καταργήθηκαν για να επιβιώσουν
μέσα σε ένα άλλο παρελθόν
φτιάχνω μία τριήρη, ένα κοίλο καταφύγιο
να πλεύσω αλλού.

Τα επίθετα σφυρίζουν πίσω από τις αντωνυμίες:

Εγώ, ο απλός θεατής του όμορφου κόσμου
κρατώντας μες τα χέρια μου ένα φως που σταλάζει
και πάνω στην σελίδα μου με μουσική
αόρατη γράφεται…

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΓ΄.

Τα λόγια μου στα λόγια σου
φέρνουν ένα πιο δύσκολο πυκνό συμπέρασμα, μια ποιητική συνουσία
που καταλαβαίνουν μόνο οι εξάρσεις των
θρασεμένων λουλουδιών
που βροντάνε
άρματα πέταλα
θέλοντας να κατακυριεύσουν την μέρα.

Τα λόγια σου
είναι σαν ανεμώνες θαλάσσιες, εκεί, στα ρηχά
που εξοκείλει ο πια σαραβαλιασμένος μύθος
του καλοκαιριού.

Τα λόγια σου
σαν ρόγα σταφυλιού σφιχτή και άτρωτη
που την θέλουν πουλιά και με στήθος παρθένας μου μοιάζει

καθώς την παίζει ζάρια και ιριδισμούς το πιο γεμάτο
φως..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΒ΄.

Μην έρχεσαι κοντά μου με αυτά που ξέρεις- έλα
μ’ αυτά που δεν ξέρεις
θέλοντας να μάθεις
της δικής μου καρδιάς μουσική.

Και όταν θα ρωτάς που σε πάω- εμπιστέψου
το φως

αυτό το πιο λυτρωτικό βασανάκι
που ψέματα δεν ξέρει να μιλά..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΚΑ΄.

Αν όλη η αγάπη γίνεται στο τέλος ποίηση
άσε με να τραγουδώ τα μάτια σου
μέχρι το τέλος της μέρας..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Κ΄.

Άσε με να σε γνωρίσω, να μείνω μόνος
εγώ με σένα, εσύ με μένα, εμείς
με τον εαυτό του ο καθένας, χωρίς
να μας μιλούν οι άλλοι για τ’ αδιάφορα
σχέδιά τους.

Να σε πάρω από το χέρι και εκεί να βρεθούμε
που ξαφνικά- ενώ χαράζει- μια ποίηση πουλιού
που κελαηδάει ανασυνθέτει το Παραδεισένιο
τοπίο.

Και να σε φιλήσω εκεί που από το παρόν κλέβει ιδέες
το θάρρος του μέλλοντος.

Άσε με να σε γνωρίσω, να πω
ότι τώρα πραγματικά θα υπάρξουν όλα:

Τα όνειρα, τα πάθη, οι πόθοι
και η εκπλήρωσή τους που μ’ ένα ραβδάκι γίνεται
μαγικό της αγάπης..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΘ΄.


Όταν θα πάψω να γράφω γιατί θα μ’ έχει δικάσει η ηθική της ανάγνωσης
τότε να ρθεις κοντά- τόσο κοντά όσο ν’ αγαπηθούμε..

Να τυλίξεις τα χέρια σου γύρω μου, τα άσπρα σου χέρια
σαν ρίζες που από μένα απομυζούν
την χημική μου αλήθεια.

Να μου μιλήσεις με λέξεις που έχουνε αίμα,
να πεις αυτά που έχεις κι εσύ.. Μην με βάζεις
κάτω από το μικροσκόπιο- ειλικρινά αντέχω
των λέξεων την πυρά..

Και να μ’ αφήσεις μες το κορμί σου να είμαι σαν μια αντένα
που σε κάνει να καταλαβαίνεις τα αόρατα πιο σωστά..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΗ΄.


Θα σ’ αφήσω να μιλάς και να μου μιλάς
θα σ’ ακούω μαθαίνοντας ειλικρινά να σωπαίνω.
Θα παρατηρώ το χρώμα που έχει η φωνή σου
τόσο νεανική που κάποτε η ερμηνεία της γίνεται
αδύνατη, δεν μπορεί φανερώσει
μια ηλικία που ξέρει για τους ανθρώπους η θάλασσα.

Θα σ’ αφήσω να μου μιλάς και να μου μιλάς, θα μαθαίνω
από σένα γινόμενος
άθροισμα από σένα-

Θα γίνω στο τέλος
σαν σπόγγος που ρουφά τους χυμούς των γήινων λόγων σου..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΖ΄.

Έλα από το αύριο που δεν θα το ξέρω- έλα
να είσαι των νοημάτων Μαντόνα μου- αγία
που συγχωρέθηκε μες το λαμπρό φεγγάρι..

Και άσε τις σιωπές μου αφρόντιστες, τις σελίδες
μισογραμμένες
με πόθο και θλίψη..

Με πονάει το αίμα των λέξεων, είμαι
το ίδιο τραυματισμένος από λεξιλόγια δόρατα
των αοράτων
μέσα μου
που εδράζονται αποκαλύψεων..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΣΤ΄.

Ανακατωμένα τα μαλλιά σου-
φεγγάρι κρύβουν που την νύχτα ξεγελά
και πάνω στο κεφάλι σου καλπάζει..

Είσαι η αρχόντισσα των αδιάφορων συναθροίσεων
που γεμίζουν με κέφι την μέρα..

Εγώ μεταπλάθω το είναι μου
σ’ ένα σκληρό αβέβαιο πλάσμα
που θέλει κι άλλο κι άλλο πείσμα για να επιβιώσει..

Και ξέρω ότι μεταγλωττίζεις τον έρωτα
τόσο σπουδαία που να ξαναγίνεται ποίημα
στις σελίδες του αύριο..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΕ΄.

Όταν δεν υπάρχεις δεν υπάρχω, όταν μπαίνεις
σ’ έναν υπερβολικά άγονο άνεμο, όταν
ζορίζεις αφόρητα το παρόν..

Με νικάς κατά κράτος, με λυγίζεις
σαν ένα κλαδί ο άνεμος, σαν
μια ομοιοκαταληξία που με την πάροδο του χρόνου γιγαντώνεται
και το ποιητικό βασίλειό της, μέγα μοιάζει..

Ό,τι είσαι, είναι από αρχαία θεότητα
που μες την παρουσία των νερών ακόμα υπάρχει
και των ματιών της καθαρό ξαναγράφει τον θρύλο..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΔ΄.

Τα λόγια μου περιέχουν το σώμα σου, νοτισμένα από σένα

Γίνονται μια ομοιοκατάληκτη αγρύπνιας όλης προσευχή που δίχως οίστρο νύχτας πάει
μέσα στο καθαρογραμμένο άπειρο.

Εσύ είσαι μια σκέψη που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε
γιατί την έκανε η μουσική φλογέρα
που παίζει ένα πικραμένο κι ορφανό παιδί
επάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου.

Έτσι που όταν σου μιλώ και τίποτα πια δεν μου κάνει
να σε μαθαίνω όπως το μπορώ εγώ: με στίχους και όνειρα..

Θα σε πάρουν κατά πως φαίνεται τα λόγια , θα σε παν’
στην χώρα των πόθων-

Εκεί που είναι ένα δάκρυ ερωτευμένου το μοναδικό
νόμισμα που τον κόσμο εξαργυρώνει..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΓ΄.


Να σου δώσω έναν ήλιο για νόμισμα, να μ’ ακούς
στον αέρα που μόνος μιλάω
και στο μαύρο της νύχτας σου…

Φιλοδοξώ έναν ουρανό δικής μου έμπνευσης κι έναν μύθο
επίγειο

άνοιξης που έχει τα λουλούδια της πρώτα
μες την καρδιά μου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΒ΄.

φυλακισμένη μέσα σ’ όλα τα λόγια μου, τις σκέψεις
που στο μυαλό δεν χωράνε

κάνεις τον κύκλο σου μέσα στην τόση μουσική
του ήλιου.

Το σώμα σου σταλάζει της χαράς τις σταγόνες.

Σκιρτάς
σαν ελαφίνα που την μέθυσε ο Βάκχος έρωτας.

Είσαι μια παθιασμένη μουσική
που μαθαίνεται όταν μπορείς να κοιτάζεις
μέσα στα μάτια αγγέλων..

Λυσίκομη, αινιγματική, παντοτινή θεά μου..

Σε βρίσκω μέσα σ’ όλες τις μέρες που χαρά πλημμυρίζουμε

Σε βρίσκω μέσα σ’ όλες τις νύχτες που με άστρα μιλάνε..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΙΑ΄.


Με ψυχή που πάει στον άνεμο, με πνοή
που τρέμει μες σε οξυγόνο λατρείας.

Και είσαι ότι είμαι, που είμαστε
δίδυμα άνθη πάνω σε έναν που λυγάει το αεράκι βλαστό
που μες την ώρα μόνο ηδονής φυτρώνει..

Δεν είναι το τραγούδι μου αυτό που θα ‘γραφα αν ήξερα αλήθεια
τι είναι ο έρωτας..

Δεν είναι οι λέξεις που βρήκα για να πω ‘’δεν φοβάμαι’’-

να ζήσω ή να πεθάνω αφού διήρκεσε επάνω μου το μυστικό
μιας επανάστασης.

Είναι ένας τρύπιος ουρανός που του διαφεύγουνε άστρα
και πέφτουν μέσα σε μία αδιάβαστη
αιώνια θάλασσα.

Τόσο που κάποτε ξέρω
να μην είμαι αυτό που είμαι, γιατί
ένα τραγούδι των ανέμων έγινα..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Ι΄.


Έλα λοιπόν μην κάνοντας και τίποτα να εξουσιάσεις τα πάντα

Να μου πάρεις όλον τον άνεμο, την σκέψη, την νικητήρια ιδέα, το να ξέρω φαρσί
λουλούδια αισθημάτων..

Έλα τώρα που είσαι της φωτιάς η φωτιά και δεν σ’ αφήνουν οι μέρες
να πας ψηλότερα
από τα κάστρα των χελιδονιών..

Και ίδρυσε κεφάτη μέσα μου
την δυναστεία των κρίνων..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Θ΄.

Τα χέρια μου διαβάζουν το σώμα σου σαν ένα οικείο παμπάλαιο
ποίημα
που περιέχει αλήθειες φωτιάς και αλήθειες του πόθου.

Τα χέρια μου
ανοίγουν τα εσωτερικά σου απρόσβλητα σύνορα
που το κορμί παραδίνεται και δεν είναι κορμί το δικό σου.

Σε κατέχω..

Είναι ένα σύμπαν νύχτας μέσα μου που εσύ μην κάνοντας και κάτι μου το αναιρείς-
πώς, δεν το ξέρω..

Μπορεί γιατί ακούς καλύτερα στην σιγαλιά που κρέμεται ένα ζεστό φεγγάρι
απόψε του Μαρτίου δεκατέσσερις και κάπου
λες κρυσταλλώνουν τα νερά
σαν σ’ έναν μαγικό καθρέφτη..

Μακριά μου -κι όμως τόσο κοντά-

Πώς γίνεται να μου είναι εύκολο το απίστευτο;

Να μπορώ χώνοντας το μουσούδι μου μέσα στις φυλλωσιές του ‘’τώρα’’ να κοιτώ
μέσα σ όλους τους χρόνους και μακρύτερα;

Με όλα τα υπάρχοντά μου
μετακομίζω σ’ άλλους ουρανούς..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Η΄.

Να σε κοιτώ και το βλέμμα μου να επιμένει να σε θέλει παράφορα.

Οι κήποι που ήρθαν κάναν πέρα τους κήπους που έφυγαν
αλλά μείναν πουλιά-
τα ίδια που ξανά τραγουδάνε.

Ο άνεμος
σκλαβώθηκε στις λεμονιές
με την δίφορη αξία του –
σαν μέσα στο μυαλό κι αυτός φυσάει..

Και μόνο το αίμα που καταλαβαίνει, κάτω από το δέρμα, κάνει
την αφή, ζωντανή
θεά,
αιώνια αυτοκράτειρα..

Γλυκός ο καιρός που περνά κι αφήνει μέσα μας το ζαχαρένιο του επίχρισμα
της αγάπης.

Είσαι ο θηλυκός ύπερος κι είμαι το λουλουδένιο το σώμα
που αγγίζει της ευτυχίας η μέλισσα.

Και ζωγραφίζω μες τις πολλές μου σιωπές
έναν καημό από κρυστάλλινο ποίημα
που πλημμυρίζει σαν φως τον σημερινό πολυσήμαντο αέρα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Ζ΄.

Πάνω στο πρόσωπό σου τα καυτά
δάκρυα είναι όπως σ’ ενός παιδιού τα μάγουλα φωτιά.
Σε κοιτώ.
Μοιάζεις με άλλη:
όπως εικόνα που ήρθε σαν από γλυκοφιλούσα Παναγιά.

Α, που σε ξέρω τόσο λίγο κι όμως σε κρατώ
μέσα μου σαν σε αγκαλιά ονείρου!

Έλα πάρε με, δώσε στο κύμα σου
την απόλυτη εξουσία του έρωτα, το οξύ μπουγάζι
που θα με κατεβάσει ύστερα
γυμνό και εξουθενωμένο μες την αγκαλιά σου..

Στα σκαλιά πατώ και στο ουράνιο ρήμα ανέρχομαι
‘’Σ’ αγαπάω!’’.

Ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο εσύ θα υπάρχεις

Σμίγοντας την αναπνοή του φεγγαριού με την λατρεία του ήλιου

Που είναι, μες το πλάσμα που είσαι,
γνώμη Καλού που πάντα περισσεύει..

Δες που των αισθημάτων σου η μέρα
νότες αφήνει πιο λευκές να πλανηθούν μες τον γαλάζιο ορίζοντα
που τα φιλιά των λουλουδιών γίνονται λέξεις που μιλάμε..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΣΤ΄.

Να βρουν τον υπερθετικό τους οίστρο τα πουλιά
της μέρας, ν’ ακουστούν
στα πέρα πλάτη..

Να είναι ενεστώτας ο Μάρτιος
και περισπωμένος χειμώνας.

Κι εγώ...
εγωιστής εγώ-
να σε θέλω δικιά μου!

Είσαι η μέρα που δεν νύχτωσε, το κάτι λίγο που περιέχει
το όλο-
η αβροφροσύνη της μέλισσας
όταν αγγίζει το λουλούδι.

Και πώς να σε πω, που η αγρύπνια μου
μελαγχολία μου δίνει..

ανίδεος να ξέρω από ουρανό
και νοσταλγός μονάχα για εσένα..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Και τώρα εσύ,
πεταλούδα της σκέψης μου,
λιανή, μπουκωμένη
νύχτα και όνειρα

πας πας πας
μες το μυαλό μου πας και μες απ’ την καρδιά μου έρχεσαι.

Δεν έχω να προσμένω τίποτα απ’ το αύριο-
μόνο ταξίδια του μυαλού, αρώματα
που με τον νου θα κατοικήσω-

Και φιλιά που θα με βρουν εκεί: στο άσπρο εκκλησάκι που θυμώνει ορθόδοξα
πάνω στον βράχο του Αυγούστου!

Να σε πω
όπως θα πούνε τα λουλούδια στην μέλισσα
βαθιά βαθιά τους να πάει..

Να σε δω
όπως σε βλέπουν μες τα όνειρα οι άντρες-

Να σε μάθω
όπως δεν σ’ έμαθε ποτέ κανείς-

Αν δεν υπάρξω είναι γιατί δεν σε υπήρξα-
δεν υπήρξες ούτε εσύ γιατί το όνειρό μου
δημιούργησε αυτόν τον μύθο που σε αγκαλιάζει.

Άφησε τις φλογέρες του ύπνου να σε νανουρίσουνε γλυκά
όπως ξαπλώνεις μες τα άσπρα σύννεφα
των άχρωμων δικών μου περιστάσεων..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Δ.


Σαν μια νεροσταγόνα που θα πέσει και δεν θ ακουστεί
παρά στην χώρα των ερωτευμένων…

Μα εγώ σε φίλησα…

Και καρφώθηκε ρόδο το βέλος μες την γύρω ερημιά-
τσιρίξανε
όλα τα φωνήεντα-
ξύπνησαν ξαφνικά πουλιά- κι εγώ σε είχα
μέσα στα χέρια μου, εκεί- νεράιδα αποκάλυψης!

Μου απαγγέλεις το φως μ’ ένα “αχ” που το έχει ο έρωτας·

χτυπούν χαρμόσυνες νότες στις φλέβες·

γέρνεις μέσα στην νύχτα μου αλλά δεν φεύγεις·

κρύβεσαι πίσω από δέντρα, καλύπτεσαι
με σκοτάδι κι ερημιά, με νερά ένδοξα που κυλάνε·

τρέμεις
μέσα στο λίγο φως και γίνεσαι
νεράιδα καθαρογραμμένη
που μιλάει με φεγγαρίσιο, άσπιλο
καθάριο
αινιγματικό φως!

Άφησε πάνω μου το αποτύπωμα σου, τον βαθύ
τύπο των ήλων,
το σημάδι
πως κι εγώ σου ανήκω –
κι έλα
να γράψουμε τραγούδια του έρωτα
με μουσικές του κορμιού!

Λίγα λόγια μέσα στον καθόλου άνεμο-
κι απ’ την άλλη εσύ..

Είσαι εδώ σπαθίζοντας μέσα στην ανεξάντλητη ημέρα
γυμνή
μ’ ένα μυστήριο χεριών που αναρριχώνται πάνω
σ’ ένα κορμί που σπαρταρά από πόθο..

21 Οκτωβρίου 2009

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ.

Γ.

Ήρθε να σ’ ανταμώσει μιαν ηχώ
απ’ τα βαθιά της θάλασσας-
σαν από κοχύλι μισάνοιχτο.

Την πήρε η μέρα, την χαρήκανε
οι αχτίδες του ήλιου-

Κι ήσουν εκεί που ασπρίζει το καθάριο μέτωπο της μουσικής και ψάχνεται
η νότα να βρεθεί κόρη του φλοίσβου.

Σε είδα έτσι εκεί κι έτσι σε λάτρεψα
χωρίς το φόρεμα του ανέμου.
Πήγες
ψηλά:
ως μέσα στην καρδιά μου.

Αχ συννεφένια κόρη του γιαλού μάγια που μου ‘κανες!
Και να πιστέψω αδύνατον ότι δεν θα μ’ απελευθερώσεις..

Σκλάβος μπροστά σου έπεσα, σωστά
ερμηνεύοντας το πάθος-
διψώντας το κορμί μου για κορμί
και ο αμνός ο μέσα μου για λύκο!

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ.

Β.

Να σε έχω με τον τρόπο που έχουν οι θύελλες
να εξουσιάζουν.
Να μου φεύγεις σχεδόν όταν να σε αγγίξω
κατορθώνω.
Να αλλιώς μου μιλάς.

Στα μάτια σου αδιάβαστο ακόμη το φως, αδιάβαστος
ο πόθος, η κάψα
που θα συντρίψει την περαστική μου ώρα
που θα ανοίξει άλλον διάλογο με τα πουλιά, που θα κρεμάσει
σκουλαρίκι το τραγούδι των πουλιών επάνω στα αυτιά των δέντρων.

Δεν σε ήξερα, δεν
σε φανταζόμουνα-
έτσι όπως μου αποκαλύφτηκες: θεά
άλλων αιώνων.

Και τώρα
στρέφω το βέλος ο ίδιος στην καρδιά μου -
ξέροντας ότι θα πληγωθώ, ότι θ’ αγγίξω
όλο το σώμα του πόνου, την ανάσα που κόβεται, θα νιώσω
τον παλμό της ερωτικής αποκάλυψης.

Σε κάνουνε μοίρα μου οι νύχτες.
Σε κάνουνε μοίρα μου οι μέρες.
Σε μοιράζομαι με εκείνο που δεν φτάνω
ούτε με τον νου, ούτε με την φαντασία. Σε φιλώ
όπως ο αέρας την γη φιλά που του είναι
φιλόστοργη μάνα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Α.

Μέσα στην ερωτική νύχτα το φεγγάρι ακολουθεί πορείες της επιθυμίας.
Εσύ ζεις και έρχεσαι από τις σιωπές των άστρων-
πιο καθαρογραμμένη κι από οπτασία.
Σε σκλαβώνουν τα χέρια μου που σε κρατώ
περισσότερο πια μέσα στον νου μου, άυλη, εξωπραγματική,
στεφανωμένη
με το φεγγαρίσιο φως που επάνω
στο άσπρο σου κορμί ζει και περισσεύει.

Νεράιδα των αρχαίων δασών, επισκέπτρια
της λίμνης των κύκνων:
Σε βρήκα ψάχνοντας μέσα στο τίποτα που συλλαβίζουμε..
Δεν θα σ’ αφήσω να μου φύγεις
ούτε πουθενά να μου πας που δεν το ορίζω.

Μόνο σε χώρα ονείρου ξέρω ότι κατοικείς-
ένας αέρας πια αναστατώνει τα μαλλιά σου-
όπως βαθιά υποταγμένη στο γινάτι μου ανοίγεις
το ποίημα του έρωτα να απαγγείλεις.

Θα σε κρατήσω απόλυτη σαν αίνιγμα
μισή μέσα σ’ αυτήν μου την ζωή, μισή απ’ έξω
να περιφέρεσαι στο αόρατο σπιτάκι των πουλιών
σαν ρίμα που δικαίωσε ο χρόνος.

Και θα γίνω
σφιχτή αγκαλιά που δεν ανοίγει,
τρόπος
να μην μου φύγεις ποτέ-
για να σε ανεβάσω στα ψηλά των σύννεφων
εκεί που κατοικούν οι άγγελοι της μοίρας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ..

Πιασμένοι χέρι χέρι και τι να μας πει ο καιρός
δυο άνθρωποι που αγαπιούνται καταργούνε την σκιά τους
ξέρουνε πόσα ανθίζουνε μέσα τους λόγια σεμνά
και λόγια πόθου-

την ώρα που τα χέρια σκαρφαλώνουνε το δύσβατο κορμί
και το τρεμάμενο το χείλι ενώνεται με το τρεμάμενο το χείλι..

Πάντα όταν γράφω ξέρω ότι απιστεί η γραμματική μου-

45.

Πάντα όταν γράφω ξέρω ότι απιστεί η γραμματική μου-
έτσι που να κουράζονται νευριασμένοι οι φιλόλογοι..
Να προσπαθούν να καταλήξουν σε μια σύνταξη προτάσεων καθαρή
κι εγώ να τους μπερδεύω σπέρνοντας ανάμεσα στις λέξεις μου Ιούνια φύλλα
δίφορης λεμονιάς..

Κι όταν καούνε όλα..

43.

Κι όταν καούνε όλα, μες
από την τελευταία σπίθα, πάλι γίνεται η ζωή-
λες και ποτέ δεν θα πεθάνει..

Στο μέλλον θ’ αποκαλυφτεί να είναι εκεί: με μέσα της
αφρόντιστους κήπους-
γεωμετρικά του θεού περιβόλια, ιτιές
που ψηλώνουν περήφανες, ισάξιες
με τον σκληρό θάνατο-
που με σιωπές θησαυρίζει.

Και μία κρυφή από όλους τροφός
αμβροσία που ταΐζει τον επόμενο Δία σου-
ελθέτω πάλι!

Τα πάντα ερμηνευμένα για να τα κρατάς
μισά μες το μυαλό σου και μισά
μες την επιθυμία.

Παραλίες νησιών που γυρίζουν προς το ανοικτό την συνείδηση
μέρος του λιμενοβραχίονα.

Κι εμείς φλυαρούμε αλλά και τίποτα δεν ξέρουμε..
Ό,τι προκύψει θα ‘ναι
ουσίας δώρο,
θεϊκής!

19 Οκτωβρίου 2009

Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας

39.

Κατεβαίνεις στα βαθιά της σελίδας και σ’ ακολουθούν
ρήματα θάλασσας και ουσιαστικά απογυμνωμένα
απ’ τον εγωισμό τους..
Σκοτεινές σοφίες της σκέψης κι ουρανοί που δεν ήταν δικοί σου.

Ένα επιφώνημα έψαχνες- ‘’Ώ!’’ που ν’ αξίζει
όσο ένας αυτόβουλος κήπος
με την ευωδιαστή περηφάνια του!

Και να αναδύεσαι σαν από των αιώνων τα οξύτατα γύρω σου ύδατα.
Της τραγωδίας θεατής και του σύμπαντος κόσμου..

Πλημμυρίζουν οι ανάσες της μέρας το βαθύλαλο στήθος
τ’ ουρανού- τίποτα δεν ξεγίνεται..
Όλων η χαρά είναι μια φωτισμένη ευθεία, ένα χαρούμενο πνεύμα
που χορεύει επάνω από τα αψηλά αλώνια που διδάσκεται
να σημαίνει ωραία πράγματα η ζωή..

Τουλάχιστον έναν ήχο από ποδοβολητό λέξεων

38.

Τουλάχιστον έναν ήχο από ποδοβολητό λέξεων κι ένα φεγγάρι
γαντζωμένο εκεί,
στο παντέρημο μαύρο.

Τόσα τόσων φορτία φορτίων η αστραπή
της σκέψης που μου μένει πια
μέσα στα χρόνια ένα αχρείαστο κλειδί
να ξεκλειδώσω εμένα..

Ένα βιβλίο νύχτας ξεφυλλισμένο από μακρινά της άστρα
γυρίζοντας τις σελίδες του μέσα στα χέρια των ανέμων:
Παλιό βιβλίο, τελετουργικό, ποτισμένο
δημητριακή άνοιξη και φως
που πλεονάζει..

Δεν αφήνει ίχνη πια περνώντας μέσα μου η ζωή..

Δεν αφήνει ίχνη πια περνώντας μέσα μου η ζωή..
Η θεϊκή σοφία προνόησε να είναι σαν φωτιά το πέρασμά της.
Κρατώ μια υποψία ονείρου που από κάπου,
όπως φυλαχτό,
απ’ τα παλιά τα χρόνια και της μάνας μου την μάνα
έρχεται..
Και γράφω σύνορα με τα μολύβια μου:
κουρασμένα.

Οι ευθείες που μπόρεσα, οι καμπύλες
τα αισθήματα, τα μη
οι επιθυμίες, οι διαθέσεις
γίνονται ένα μαρτυρικό στεφάνι που μου αγκαλιάζει
σφιχτά το μέτωπο.

Θα ξέρω τις απελπισίες μου όταν μαζί την νύχτα
εσύ κι εγώ, αναγνώστης και των λέξεων τοξοβόλος,
βάζουμε στόχο ένα αισιόδοξο άστρο
και μια βαθύπλουτη ρίμα..

Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας

35.

Σκαρφαλωμένοι πάνω στις μεγάλες σκαλωσιές της νύχτας
οι αιώνιοι πρίγκιπες του σκοτεινού φωτός
πίνουν των άστρων αμβροσία..

Στα χέρια τους
έχουν το θυμιατό των ανέμων,
το μικρό βασανάκι της μεγάλης καρδιάς..
Ο γύρω κόσμος βαθαίνει απουσιάζοντας-

Και πιάνεται μες την απόχη η κάθε σκέψη
που θα τολμήσουν.. Ώσπου
στο χάος του απέραντου τίποτα
αρμοστεί η θέρμη του αληθινά ονειροπόλου
που θέλει
μία πιο δίκαιη ζωή..

Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο

36.

Ταξιδεύω μ’ έναν πρίμο άνεμο και αγαπώ
αυτόν τον ωραίο καιρό που απλώνει την ζέστα του
σαν ένα απέραντο κεφαλοπάνι..

Στην τσέπη μου ούτ’ ένα γρόσι- πώς θα αγοράσω ερημιά;

Βάρκες μέσα στην νύχτα έρχονται και πάνε-
ψαρόβαρκες πνευματικής αλιείας.

Στα βαθιά του ουρανού καρφωμένη και σαν από την λάμψη της μεθυσμένη,
η σελήνη..

Αφιερώνονται στον άνεμο τραγούδια..
Ο στίχος φτάνει απευθείας στην καρδιά.

Τόση στοργή που φύλαγα για σένα
θα μου την επιστρέψει πίσω πάλι ο θεός.
Να ξέρεις:
στα βαθιά του μυαλού μου μόνο εσύ θα υπάρχεις-
σαν να μου ξαναγίνεται ακατάληπτο το κάθε λεπτό
που μεταφράζει σε αγρύπνια την ελπίδα.

Και μόνος μένω να ζητώ δικαίωση μέσα στον ανελέητο καιρό..

Ρέουν μαργαριταριών ανάσες

34.

Ρέουν μαργαριταριών ανάσες και κάτι βρεγμένα φύλλα των δέντρων που μετά
τα καρφώνει στο χώμα η βροχή.

Ευθείες σκέψεις αρμενίζουνε και η ώρα
έξη το πρωί, γίνεται όπως πάντα
πιο ακριβός για τον καθένα ο θεός..

18 Οκτωβρίου 2009

Στρατής εποίησεν..

33.

Χορεύουν τα λόγια, χορεύουν οι εικόνες, στο μυαλό μου.
Ανοίγω τους ευαίσθητους ουρανούς μου να πλημμυρίσουν πουλιά,
ελπίδες.
Ζητάω ρέστα μουσικής..
Νότες που περισσεύουν ως το αύριο..

Οι ολοστρόγγυλοι όρκοι που δόθηκαν
από την μέρα που έφυγε στην μέρα που ήρθε
κάποτε γίνονται δέντρα
ιαματικά,
νερένια δέντρα,
ζωντανά
ξαπλωμένα
μέσα στο μεσημέρι των ανέμων,
τον γλυκό στοχασμό που φυλακίζει
μια ιδέα ρέμβης πλάι στην πολύλαλη θάλασσα.

Και τα σπίτια που δεσπόζουν ευτυχισμένα, όλα μαζί,
συντροφικά, φιλέρημα, αφήνοντας
ανοιχτά τα παράθυρά τους και τις πόρτες να χάσκουν
σαν στόματα κουρασμένα που χασμουριόνται και μπαίνει
αιφνίδιος ένας απρόσκλητος ήλιος..

Προσπαθούν να είναι αγνά, ηθικά, θησαυρίζουν
ανθρώπινη μοναξιά- αυγαταίνουν
τις περιούσιες τους

από καλοδιατηρημένη ψυχή που κόβει βόλτες
ρομαντικές κάτω από ένα καλοπροαίρετο φεγγάρι..

Έτσι όπως το ποίημα τούτο που θα τα χωρέσει
Στρατής εποίησεν..

Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα

32.

Χασομεράνε τα άσπρα σύννεφα και κάπου
κερδίζουν άνεμο τα χελιδόνια.

Μια κοπέλα καθισμένη εκεί
στο πεζουλάκι του επάνω κήπου
πλέκει πολύχρωμα όνειρα.

Μυγάκια του κρασιού, μπεκρήδες
κυνηγούν μία εκ βαθέων ανάσα.
Το καΐκι του ήλιου ψηλά αρμενίζει
γυρίζοντας προς την ανατολή τα ηλιοτρόπια..
Ένας μαΐστρος που δαγκώνει απαλά την θάλασσα.
Ένας σιρόκος που σωπαίνει.

Στα κάστρα των ανέμων φάνηκε
ο τελευταίος αυτοκράτορας-
προτού η πόλις αλωθεί..

17 Οκτωβρίου 2009

Πάντως έτσι συμβαίνουνε τα πράγματα

31.

Πάντως έτσι συμβαίνουνε τα πράγματα -χωρίς
να τους αφαιρείται τίποτα-
συμβαίνουν και είναι
που να προσπαθήσεις να εμβαθύνεις στα ρηχά τους θα βγεις
και μ’ ένα ρήγμα ο ονειροπόλος.

Έτσι που τώρα να μιλώ ανάποδα
με ένα λεξιλόγιο απίστευτα τραυματισμένο
από εισβολές μιας αλλοδαπής εξουσίας και μιας ημεδαπής
αδράνειας.
(όσοι πιστοί του πολυσήμαντου Ήλιου με καταλαβαίνουν..)

Τέλος
ανακαλύπτω μόνο με τα δάκρυα
να ξεκλειδώνεται αληθινά ο κόσμος..

Αρχίζεις εσύ να μιλάς και κατόπιν
οι ιδέες σου όλες που κρίνονται
αιχμηρές σε πληγώνουν..

Με ψυχολογία τρωτή που θα πας
μες το επίμονα πιο θλιμμένο σου αύριο;

Χρησιμοποιώντας έναν μπούσουλα άστρων να!
Είσαι του χρόνου ο αξεδίψαστος ταξιδευτής..

16 Οκτωβρίου 2009

Η μέρα έχει μια διαπιστωμένη πλεονάζουσα σοφία

30.

Η μέρα έχει μια διαπιστωμένη πλεονάζουσα σοφία που δεν οδηγεί πουθενά.

Καρφώνει τον ήλιο της επάνω στα μαλλιά των δέντρων, αποταμιεύει
ψυχές και χιλιόχρονη
προσωποποιεί την καλοσύνη της μες την αιθρία..

15 Οκτωβρίου 2009

Ο στέρεος ψαλμός των δέντρων

29.

Ο στέρεος ψαλμός των δέντρων, το αχάραγο γυαλί
του αέρα-
η θάλασσα

η πικρή θάλασσα, η πολυσήμαντη
η με νόημα πλατιάς ιδέας μία και μόνη..

Τόσο αρχαία και τόσο νεόκοπη
σαν νόμισμα φερτό από το παρελθόν -αλλά και ακόμη
πολύτιμο..

Φώτα τώρα και μετά τίποτα φώτα

28.

Φώτα τώρα και μετά τίποτα φώτα
στην προκυμαία -και πάνω απ’ αυτήν που αρχίζει
μικρό το αλσύλλιο..

Ακούω φεγγάρια
γυμνά
όπως καρφώνονται επάνω στα φθαρμένα καταστρώματα.
Και βλέπω
μες απ’ τις λέξεις- παράξενο είναι-
παράθυρο στον ουρανό:

Η σύνταξή τους.
νοτισμένα αλουμίνια,
χειμώνας- κάπου στην Σάμο-
βαραίνει κάποτε αγριεμένος ο καιρός.
Ένας άγγελος φωτιάς κατεβαίνει νομίζοντας
η παρουσία του θα συγκινήσει.

Κανείς δεν κατέχει πως ξεκρεμούν μία λάμπα
από τον φανοστάτη της δημοσιάς που ως τώρα πρόδιδε
ως και το χώμα..

Ένας αδέσποτος σκύλος πιο μόνος
κι από την μοναξιά-
ούτε γαυγίζει, ούτε
και έχει διάθεση..

Τα άστρα παίζουνε τρίλιζα
Γίνονται ξαφνικά
μία μεγάλη άρκτος
επουράνια
που σχεδόν σε φοβίζει.

Με μαθηματική ακρίβεια θα φτάσουν οι σημασίες του σήμερα
μέσα στο μέλλον
που δεν θα το καρπωθούμε εμείς γιατί σφαλίσαμε τα μάτια να μην μάθουμε
πως δίδαξε να το προσέξουμε το παρελθόν..

Αδειάζει η φωνή από μέσα μου

27.

Αδειάζει η φωνή από μέσα μου όπως από μία αρχαία υδρία το ύδωρ εξ-άπτεται
μετά
χυνόμενο επί της γης.
(Όχι δεν είναι λογοπαίγνιο- προσπάθησε να καταλάβεις..)

Ωστόσο πάλι πληρούμαι
ενός φωτός την αποκαλυπτική υγρασία.

Και έτσι, νοτισμένος, γυμνός
παραδομένος στο πλάσμα που είμαι
δεν θα με πάρει ούτε κι ο θάνατος
πλήρως κενό..

Βρες μου έναν τρόπο να επικοινωνήσω με σένα

26..

Βρες μου έναν τρόπο να επικοινωνήσω με σένα που θα φτάσεις από το μέλλον- εσύ
αναγνώστη του αύριο..

Εκτός
από το να σου αφήσω τις λέξεις μου για παρακαταθήκη
που η καρδιά μου γνωρίζει να μπολιάζει με αίμα μου και
σπαρταριστές να φυλά
όπως ψηφίδες
φυτεμένες μες την σελίδα.

Βρες μου έναν τρόπο να σε ξέρω όπως εσύ θα με μάθεις
από αυτά που σου αφήνω για εσύ να με βρεις..

Τα μυστικά της μέρας

25.

Τα μυστικά της μέρας που περιπλανιέται μέσα στα σοκάκια
ενός Ροδίτικου κάστρου-
τα φύλλα των αψηλών δέντρων που σισιρίζουν
με τον λίγο μέσα τους άνεμο-
το απόγεμα μαγεμένο που έρχεται..

Στο δωμάτιο μόνος διαβάζω..

Οι φιλοδοξίες μου όλες φροντισμένες
σαν φρούτα που θα ωριμάσουν μετά..

Ρήματα θάλασσας: ‘’αλιεύω’’ ‘’πλέω’’ -επιφωνήματα
στεριάς:

‘’Ω! τι ωραία
σιγή των ευκαλύπτων!

του βραδιού που πέφτει
σε λίγο!’’

Καθώς
ένα βελόνι νοσταλγίας τρυπά
για να χωρέσει η καρδιά μου
χρόνια εφηβικά..

Παρατείνεται η διάρκεια του εφήμερου

24.

Παρατείνεται η διάρκεια του εφήμερου και τα λόγια
που είναι σπαθιά, είναι λόγια ποιήματος
που αυτοαναφλέγεται
για να υπάρξει
σαν φλόγας ιδέα.

Το κραυγαλέο εγώ ενός τέτοιου ποιήματος χωρά μόνο
σε ένα λεξιλόγιο δημιουργημένο πριν από χιλιάδες χρόνια, που έχει
αθροίσει επικοινωνίες αισθημάτων
πριν γίνει
συμβολικά γραπτό.

Και ξέρω
την καθαρή φύση
ενός λόγου με πιο πολλά νοήματα
απ’ ότι θα μπορούσε να αντέξει
η ίδια η ζωή..

Ένα ποίημα

23.

Ένα ποίημα που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την παρουσία του
είναι μία πορεία που δεν ξέρεις τον προσανατολισμό,
μια περιφορά ενός στολισμένου επιτάφιου που κρύβει Χριστό
ή Άδωνη
ή τίποτα.

Ένα ποίημα που διεκδικεί τα πλήρη λόγια του
είναι ένα άδετο κομπολόι που ζητά να κλείσει τον κύκλο του
το σκοινί που κρατά τις λέξεις του χάντρες..

Πριν απ’ τον Άνθρωπο-Κάτι

22.

Πριν απ’ τον Άνθρωπο-Κάτι είναι ο Άνθρωπος- Τίποτα, όπως
τον διαμορφώνουν οι μοίρες
να μπει στην ζωή..

Και οι ανάσες του
είναι μία επιμονή απροσδιόριστη της σάρκας
που ζητά μακροημέρευση
και ευτυχία..

Μέσα σε κάθε ψυχή ένα κενό που γεμίζει μόνο θεό
και φόβο..

Γιατί ο Άνθρωπος- Κάτι
είναι μια αβυσσαλέα ενότητα φθόγγων χαράς
και φθόγγων λύπης..

Εφτά ανυπόταχτοι ουρανοί

21.

Εφτά ανυπόταχτοι ουρανοί
της σκέψης
γεμίζοντας
υποταχτικούς αγγέλους
του θεού
του φωτός..

ΟΛΟΙ..

ΟΛΟΙ..

Όμικρον- βαρύ όμικρον
και λάμδα
και πάλι όμικρον:
πληθυντικό..

Κρατώντας ένα λουλούδι μες τα χέρια, ιοβόλο..

Όλοι είναι σκιές του εαυτού τους, σκιές ονείρων
που θα ‘λεγε κι ο ποιητής..

Αντίθετοι στην κενότητα που αντιπροσωπεύουν – κι όμως
η κενότητα υπαρκτή..

Πληρούν την χάρη, αλλά η χάρη τους, χάρη δεν είναι
κανενός.

Φτιάχνουν
τον καταρριπτόμενο μύθο:
αγγίζουν
το μέγα κενό..

14 Οκτωβρίου 2009

Γαυγίζουν τα σκυλιά την νύχτα

20..

Γαυγίζουν τα σκυλιά την νύχτα, ο άνεμος
καρφώνει την φωνή τους πάνω στις κλειδωμένες πόρτες
όπου από μέσα τους κοιμάται
της αυγής ο αρραβωνιαστικός..

Το φεγγάρι δείχνει δόντια, αγριεύει,
τινάζει ένα γύρω την σκόνη του, φουρκίζεται
και πιο αινιγματικό κι από μια περιπλανώμενη σκέψη
πάει να δύσει
στο αύριο..

Τα λουλούδια μυρίζουνε όνειρο
κι όπως το ξέρουν ότι δεν θα ξαναγεννηθούμε
τα δίνουν όλα τους, τσιτώνονται
να κυριεύσουν τον γλαυκό αέρα.

Τότε σηκώνεται η πεθαμένη μάγισσα και αρχίζει να ψελλίζει
ακατάληπτα λόγια, ενός αρχαίου ψαλμού, που ακούγονταν
τις νύχτες
παλιά,
όταν λιγόστευε το φως του το φεγγάρι.

Και πάνω απ’ τον ύπνο των ανθρώπων δυο φτερά
από γιγάντιο γύπα
που οσμίστηκε το αίμα κάθε ζωντανού και έρχεται
πάλι να δαιμονίσει..

Οι μισοί δρόμοι της πόλης

19.

Οι μισοί δρόμοι της πόλης με τα χαμηλά πεζοδρόμια και τα προνομιούχα δέντρα-
οι αξιωματικές μέρες του Ιουνίου στην Ρόδο, πριν
η θάλασσα μεταφραστεί σε γαλάζιο και η αύρα της
θωπεύσει απαλά την στεριά.

Η φασαρία της νύχτας
που οι τουρίστες αγρυπνούν στα μπαράκια πίνοντας
διευρυντικό της συνείδησης αλκοόλ
και βλέπουν
τον κόσμο αλλιώτικο..

Μεταβαλλόμενο σε ένα πεφταστέρι που το κενό του
δεν ποτέ διορθώνεται..

Μέσα μας το τώρα είναι ύστερα και το αύριο
σήμερα που λιποτάχτησε.

Όσο προσπαθούμε να δούμε πίσω από τα σύνορα του βλέμματος, ένα χρώμα
ωχρής ζωής που δεν αναγνώθεις
σωστά.

Ένα αλουμινένιο παραπέτασμα μετά από το ποίημα που σκάρωσες για να κρύψεις
την ευαίσθητή σου πλευρά..

Κι εσύ
επιταχύνεις οδύνες
προς εσένα..

Τα διαφορετικά δέντρα, με την ιταλική επιμονή
να είναι η οργάνωση σύμβολο..

Πωρόλιθοι που σκουριάζουν ευτυχισμένα
μέσα στα χρόνια, αφήνοντας
αυτό το λυσσαλέο σαράκι της οξείδωσης,
όπως γινάτι
να φθείρει οτιδήποτε ο καιρός.

Το απόγεμα μελοποιεί την καρδιά μου!

Πώς δεν το σκέφτηκα; Είμαι
ένας αδαής που στηρίζει επάνω σε αρχαίους κίονες το άλφα του
και το ωμέγα.

Αν θέλω να γυρίσω ξανά
προς το σημείο φωτιά
το μέσα μου, ο ίδιος είμαι
που ήμουν ο έφηβος..

Και χορεύω!

Ευτυχισμένα καλός!

Ρόδος.. 2009

13 Οκτωβρίου 2009

Στην αρχή της σκέψης είναι ο άνθρωπος

18.

Στην αρχή της σκέψης είναι ο άνθρωπος που δεν είμαι εγώ,
πολλαπλασιάζοντας τον άνθρωπο που δεν είσαι ούτε εσύ,
επί τον εαυτό του.

Ένα γινόμενο αισιόδοξο,
νομίζοντας πως θα νικήσει..

Με κάθε σώμα που είναι μέσα του φυλακισμένος ο έρωτας..

Υπερβαίνοντας τα λόγια, τα αισθήματα και τα γραμμένα φιλιά
επάνω σε παράξενες σελίδες.

Και ο ίσκιος των ψυχών που μόνο τον ψυχανεμίζεσαι, δεν μπορείς
με λόγια να εκφράσεις
το αφιερωμένο του αίσθημα
που ωραία φλέγεται
μέσα σε μια στιγμή.

(Προϋποθέτει αφοσίωση η ανάσα-
και η ζωή βραχνά!)

Κάτω από την φούστα σου

17.

Κάτω από την φούστα σου
αίνιγμα που δεν λύνεται-
εστία μύθου ζωντανού..

Κάτω από την φούστα σου
ένα φεγγάρι απαλό, μεταξένιο
σαν ύδωρ
που παθιάζομαι πότε σ’ αυτό να βραχώ!

Φως ο λόγος-

16.

Φως ο λόγος-
κι από το ύψος του μεγάλου κάστρου
λακωνικά χρωματισμένο το απόγεμα,
γυρίζοντας στο ροδαλό τα ανεξαργύρωτα προικιά του..

Η ιστορία της γης επάνω σ’ ένα φύλλο
δέντρου, πεσμένο, αποτυπωμένη..
Καμία θρησκεία για το παρόν..

Ο άνθρωπος
απλά άνθρωπος-
χωρίς ιδεαλιστική επικουρία.

Ανοίγει τα χαρτιά του,
μπροστά:

μεγάλους χάρτες
με αστερισμούς του σύμπαντος.

Και εξηγείται έτσι το αίμα:
σαν συλλαβή που είναι από χοές που αρμόζουν έως
την παρελθούσα ζωή!

Το σπίτι των υδάτινων αντανακλάσεων

15.

Το σπίτι των υδάτινων αντανακλάσεων
με τους ιβίσκους
στην πίσω αυλή:
Ένα παλάτι των ανέμων που να φύγουν πάλι ήρθαν
μες την θερμοκρασία του Ιουνίου, εφτά
η ώρα το απόγεμα που ο κόσμος
βράζει από καημό και νοσταλγία..
Επάνω στην ταράτσα του ένα κυνηγητό το αεράκι με
τα πεσμένα πλατανόφυλλα.
Σκιές λευκές πετούνε πέρα οι γλάροι.
Ανοίγεται απρόσμενα η δυνατότητα να είναι δεν το είναι..
Ένας επιγραμματικός
άτσαλος, πνευματώδης
ήλιος ποτίζει με χρυσάφι τα φυτά.

(Εγώ να δεις αδιάβαστος που είμαι..
Από ποίημα, από φεγγάρι, από ψυχή-
μόνο να ξέρω ποδοβολητό της θλίψης κατορθώνω..

Όπως να μένω είμαι έγκλειστος στην κάμαρα
που κάποτε μου ναυαγεί κι όπως καράβι
με παρασέρνει στα ενδότερα
μιας θάλασσας κατάθλιψης..)

Ρόδος.. Ιούνιος 2009

Νιώθω μέσα μου να πεθαίνουν πράγματα

14.

Νιώθω μέσα μου να πεθαίνουν πράγματα, να μ’ εγκαταλείπουνε
τα αισθήματα, φοβισμένος να ζω
από εμένα..
Είχα τόση έρημο μέσα μου τελικά;

Να καιροφυλακτεί ο χρόνος να μου αρπάξει
τις τιποτένιες πια περιουσίες μου… Κι ας έχω
συλλέξει επίμονα αυθεντικές εικόνες
του μυαλού που αξίζουν
όλα τα λεφτά..

Ένα μουσείο είμαι μ’ απολιθωμένες σκέψεις, ιδέες που έγιναν
λίθινες
-γιατί τις φύσηξε αλλιώς ο αέρας..
Μα χαίρομαι

που ένας λόγος μου σφύζει από αίμα και αναπλάθει
όλη την σοφία των αιώνων- και κρατώ
μία λέξη ελάχιστη που περιέχει
άβυσσο
και φως..

ΑΓΑΛΜΑ..

ΑΓΑΛΜΑ..

Μες από το μάρμαρο ξεπηδά η μορφή σαν ένα πρόσωπο που το γέννησε η σκληρή ρίζα του λίθου.

Και είναι
ομιλητικό, οχυρωμένο πίσω
από την δομή του σκληρού υλικού, σχεδόν δέρμα
ζωντανό, που αντέχει αιώνες, και πάνω του
παίζουνε οι νερόχαρες επιθυμίες.

Τα βαθιά μάτια κοιτάζοντας στο απροσδιόριστο μέλλον..
Τι να κοιτάζουν;
Με τις πτυχές του ο χιτώνας κρουστές:
αθροίζει
χρόνους και χρόνους
επάνω σ’ ένα βάθρο που μετρά
πιο οριζόντια την κάθε αιωνιότητα..
Σχεδόν θέλει να φύγει..
Κουρασμένο εκεί από το να διδάσκει
το μέτρο της κρυφής αρμονίας..
Και μια μουσική υποδόρια που κάνει
να ριγούν οι μυώνες-
τρεμίζει λίγο
ανεπαίσθητα το κορμί όπως
ένα μειδίαμα αρχαϊκό επιμένει
ν’ αναιρεί το παρόν..

Ιούνιος 2009 Ρόδος..

12 Οκτωβρίου 2009

Εξαπολύουν οι μέρες τα φορτία τους

13.

Εξαπολύουν οι μέρες τα φορτία τους πάνω στα πτώματα των αιώνων..
Όμως τι μπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος που σκέφτεται
μισό με την καρδιά, μισό
με το μυαλό και όλο
με την ανθρώπινή του μοίρα;
Και πώς ξέρει τον έρωτα;
Τον αφήνουν οι μνήμες ν’ αγιάσει;
Φωναχτά οι επιθυμίες του σάρκα παίρνουν και γίνονται
επιθυμίες του ονειροπόλου..
Που πάνω απ’ όλα είναι χαμένος για χαμένος σ’ ένα
δικό του άμετρο διάστημα..
Εφησυχάζουν μέσα του οι κόσμοι που έχει..
Πολλοί μα την αλήθεια!
Και που συντελείται το θαύμα
του έρωτα, με το κορμί του το καταλαβαίνει..
Που είναι το ρίγος που έρχεται,
ο μυστικός του παλμός..

Σ’ αυτήν την γειτονιά του κόσμου

12.

Σ’ αυτήν την γειτονιά του κόσμου οι νύχτες
κρέμονται πλημμυρισμένες αίνιγμα που δεν θα λύσει
ο ερωτευμένος που πλανιέται μέσα τους.

Αρχαίοι θεοί μυσταγωγούν που κρύβεται
απόψε από όλους το φεγγάρι..

Εγώ- πηγαίνω αμέριμνος εγώ..

Και μου είναι μοίρα η θέληση, καημός
ο μουσικός πεπραγμένος βίος..
Είμαι αποταμιεύοντας μια προσευχή της μαργαρίτας
που μόνο η μέλισσα μπορεί να ξέρει..

Τόσο χοϊκός, τόσο
αγαλματένιος, που δεν είναι ούτε πια τα λόγια μου
που εξέχουν μες το αύριο, κάτι
που να διαβάζεται απ’ την αρχή σωστά..
Κι έχω αφήσει να με κατατρώει ο καιρός..

Εξάλλου τούτο το σαρκίο
θα περιφρονηθεί και τόσο βάναυσα μια μέρα.. Ποιός δεν το ξέρει;
Από παντού εισβάλει μέσα του ο καιρός
κι απομυζά την λάμψη του..

Κι εσύ που είσαι τόσο όμορφη που να ζηλεύσουνε κι οι μνήμες,
πού πας εσύ, σαν σκέψη, σαν
χίμαιρα
που ν’ ακουμπά πάνω στο αύριο του κόσμου;
Σε μαστιγώνει άγρια ο παρανομαστής καιρός..

Εξαπολύουν οι μέρες τα φορτία τους

13.

Εξαπολύουν οι μέρες τα φορτία τους πάνω στα πτώματα των αιώνων..
Όμως τι μπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος που σκέφτεται
μισό με την καρδιά, μισό
με το μυαλό και όλο
με την ανθρώπινή του μοίρα;
Και πώς ξέρει τον έρωτα;
Τον αφήνουν οι μνήμες ν’ αγιάσει;
Φωναχτά οι επιθυμίες του σάρκα παίρνουν και γίνονται
επιθυμίες του ονειροπόλου..
Που πάνω απ’ όλα είναι χαμένος για χαμένος σ’ ένα
δικό του άμετρο διάστημα..
Εφησυχάζουν μέσα του οι κόσμοι που έχει..
Πολλοί μα την αλήθεια!
Και που συντελείται το θαύμα
του έρωτα, με το κορμί του το καταλαβαίνει..
Που είναι το ρίγος που έρχεται,
ο μυστικός του παλμός..

Οι φωνές εντός μου

11.

Οι φωνές εντός μου είναι πια κατεστημένο που μπορεί
να δημιουργήσει μία χώρα ονείρων..

Κι όμως: και ξύπνιος ονειρεύομαι..

Τόσο λιτοδίαιτος σε ανάσα που απορεί
ο θεός: ‘’τι έπλασα;’’

Έχω αφεθεί να παρασύρομαι από τα μελτεμάκια κάθε πόθου..

Βλέπω γυναίκες ωραιότητας που εξάπτουν
τις φαντασίες ως και των αποθαμένων.

Γυρνώ στο φως-
μισός υπαρκτός και μισός
του ανέμου άθυρμα-
και σκοτεινό ρήμα της μοίρας..

Το κράτος της λατρείας μου
είναι κάτι πουλιά
που αμφισβητούν τα πάντα..

Πετάνε ελεύθερα μέσα στους πιο ασύνορους
ουρανούς-
διδάσκοντάς με ποίημα!

Καμουτσίκι των ανέμων

8.

Καμουτσίκι των ανέμων
πάνω στην ράχη των νησιών, τον Αύγουστο.

Ανεμίζουν τρομαγμένα πουλιά· κινούν
το νήμα αλλιώς του χρόνου.

Οι παραλίες
βουίζουνε-
πολυπληθείς.

Χωράν οι λέξεις σ’ ένα λυπημένο ποίημα; χωρά η μουσική;
Η ψυχή χωρά;

Τώρα που έγινε η επιθυμία
χώρα του αχώρητου…

11 Οκτωβρίου 2009

ΣΕΦΕΡΗΣ…

ΣΕΦΕΡΗΣ…

Θυσιάζεται στο πνεύμα και τον παίρνει ο άνεμος-
θυσιάζεται στο πνεύμα- πώς να μην τον πάρει ο άνεμος..
Κρατά ένα παλιό αλφαβητάρι
με παράξενα γράμματα συμβολικά-
κι έχει μες το μυαλό του
ποιητές που τσιρίζουν
όπως βγαλμένοι από αρχαία τραγωδία
που λύση δεν υπήρξε-
ούτε από μηχανής θεός..

Σοφό λεπίδι

7.

Σοφό λεπίδι - γεννήθηκε να κόβει..
Το παιδί που υπήρξες - έγινε τώρα κριτής σου..

Εσύ που βρήκες κάποτε το μέτρο των διαθλάσεων
απ’ το νερό
για το νερό ξεγίνεται η φωνή σου.

Κοίταξε μέσα σου τώρα!

6.

Κοίταξε μέσα σου τώρα!
Εκείνο που ανακαλύπτεις να σε κάνει αθώο - σε κάνει
να ζεις ανάποδα:
από τον γέροντα προς το παιδί..
Ανακαλύπτεις
τον εαυτό σου του μέλλοντος.

Εσύ που δεν είσαι σαν όλοι
είσαι κι όμως αυτοί..
Είναι βαθιά
αποτυπωμένοι μέσα σου:
Βλέπεις
μες απ’ τα μάτια τους,
ακούς
από τ’ αυτιά τους,
μιλάς
αρχίζοντας απ’ τα φωνήεντα
που αυτοί αγαπούν.

Ώ ουρανέ!
Βαθιά μου ριζώνεις τις νύχτες
με τ’ άστρα σου..
Κι από το κράτος το αρχαίο των Μυκηνών
έρχονται έρχονται οι ψαλμωδίες σου..

Χρυσά διαδήματα, πόρπες
χρυσές, χιτώνες
πορφυροί, ενώτια
χρυσά- και η βασίλισσα
που ανέβαινε αγέρωχη τα σκαλοπάτια
προς το παλάτι που άγγιζε τον ουρανό..

Κοιτάζω μέσα μου τώρα..

Ένα πιο μυστικό που ακούγεται σαν την φλογέρα ακόμη
και σήμερα πιο πέρα απ’ τα γύρω
βουνά,
πλανιέται σαν μια σκέψη εξακριβωμένη λευκή
στον αέρα..

Κάπου θα σφάλλει λες ο χρόνος Αίγισθος! Κάπου
θ’ αρχίσεις να φαντάζεσαι πως είσαι ο Αγαμέμνονας
που ένευσε μεμιάς και όλα σίγησαν-
ακόμη και τα λεύτερα πουλιά!

Σαν να φυτρώνουν οστά και βλασταίνουν

5.

Σαν να φυτρώνουν οστά και βλασταίνουν-
τα λόγια μας
σαν να φυτρώνουν οστά.

Τις νύχτες φωσφορίζουν κάνοντας
σαν μακρινό παράξενο χορό πυγολαμπίδας -
καίγονται κάποτε αγγίζοντας
απρόσμενα την μουσική.

Τις άλλες ώρες που απλώνει φεγγάρι
το φως του πάνω από τις νυσταγμένες παπαρούνες
κράτα τον έρωτα ψηλά- όπως του αξίζει-
ζήτα να σου δοθεί πολύχρωμη η ζωή..

Φυτρώνουν ζεστά τριαντάφυλλα

4.

Φυτρώνουν ζεστά τριαντάφυλλα, ανθίζουν
γνώμες των λουλουδιών.

Πεταλουδίτσες του αέρα απόκοσμες
γράφουν πτήσεις
τρελά εγωιστικές
στο καθηλωτικά ανυπεράσπιστο γαλάζιο.

Το αβρό χέρι των ανέμων
τραβά την κουρτίνα της όρασης- να φανεί
που ψηλά ρεμβάζουν οι άγγελοι.

Ο τρόπος του φωτός
είναι ο τρόπος της καρδιάς
είναι ο τρόπος της αποκάλυψης.

Χοϊκές μνήμες
γίνονται δέντρα
παρόχθια
κοντά σε μία θάλασσα που απλώνεται
εμπνευσμένα γλαυκή..

Ο νυχτερινός ουρανός απλουστεύει
τον νου του ονειροπόλου..

Ωμέγα που ψάχνει το άλφα του

3.

Ωμέγα που ψάχνει το άλφα του
σαν το αλλοδαπό του ταίρι..

Στα έγκατά του
γυμνώνονται οι φθαρμένες έννοιες
του λεξιλογίου
βυθίζονται σιγανά
μες την φθαρμένη προσευχή που γίνεται
από φωνή πουλιού
που του λιγόστεψε απρόσμενα και το τραγούδι..

Μετά
θα έρθουν τα σύμφωνα
σαν ένας πολεμικός θούριος
κλειδωμένος πάνω στην εγκαρτέρηση
και την ηθική των θρησκευτικών δέντρων.

Θα γράψω την λέξη που κορυφώνει τον έρωτα
όπως ν’ αγγίζεις στήθος παρθένας και να της φύγει
γλυκός ο αναστεναγμός.

Θα κόψω ένα κλωνί βασιλικού και θα μυρίσει
Σαββάτο η επιθυμία μου-

που θα σε έχω πιο γυμνή κι από φωτιά
μέσα στο μεσημεριανό νερό της θάλασσας
που θα με απομαγνητίσει..

Ένα αιλουροειδές ανέμου

2.

Ένα αιλουροειδές ανέμου που τρελαίνεται μες την φαρδιά πεδιάδα-
διαμοιράζει απλόχερα την αφροσύνη του,
πάει παντού
σαν σκέψη που δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις.

Αυτά που ζουν παράλληλα με μας αλλά δεν μας ανήκουν
σαν κατιτί που δεν θα είναι και καμιά φορά δικό μας:
στην μέρα προσευχή- στην νύχτα εφιάλτης.

Θυμήσου τους θεούς του κάτω κόσμου
όταν θα ψάχνεις λόγια για να πεις τα βάσανα..

Θεός υπάρχει; Ή είναι ψέμα;
Και ποιός μπορεί να τον κατανοήσει;

Στην νύχτα που θα διανύσουμε μόνο μια λάμπα
με το λεπτό της φως αληθινά σε συντροφεύει..

Γράψου σε όστρακα, σε πλίνθους,
σε κορμούς δέντρων, σε σελίδες
που θα σου καταμαρτυρούν ότι δεν είσαι
ο ίδιος πια που άρχισες να ταξιδεύεις
τότε
μες τον μπαρουτοκαπνισμένο σου ορίζοντα..

Έτσι όπως είναι μυστικά των μυστικών τα λόγια σου
συνέχεια μεταμορφώνεσαι σε έναν διαρκώς απόντα..

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·

1.

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·
σημείωσα επάνω στην ανθρώπινη μοίρα
πείσματα
που μ’ έκαναν να ξεχωρίσω·
είδα την φωταγωγημένη ψυχή αλλά και την θλιμμένη
ακούμπησα
την κατάθλιψη,
την κατάλαβα-
κι ένιωσα πόσο κάποιος ψάχνει με αγωνία θεό
για να του εκμυστηρευτεί φοβισμένος την αγωνία του.
Πήγα κοντά στον θάνατο-
τον ερμήνευσα
σαν απώτατο δώρο-
μελέτησα την απουσία μου.
Δεν είμαι παρά μια μηχανή που κουρασμένα δουλεύει
αλέθοντας τα φθαρμένα γρανάζια της.
Έφερα την ζωή μου πιο κοντά στην αιμάτινη αλήθεια
κουρδίζοντας με το μεράκι μου της μουσικής
την κεντρομόλο μου
που λες με πάει στο σημείο το ίδιο που ποτέ δε ήμουν.
Κάτι φορές αισθάνομαι συγγένειες με τα νερά
που κυλάνε-
άλλες φορές με τον αέρα.
Μέσα μου γράφει αλλόκοτα όνειρα η ζωή.
Τα βλέπω που όταν ερμηνεύονται
σαν άλλος είναι ο ονειροκρίτης που ήθελα.
Τραγουδώ πάνω στην στέγη του κόσμου:
βιολιστής της πεντάρας.
Πόσο ν’ αξίζει αλήθεια μια μελαγχολία μου;
Και ο θεός μέσα μου πικραμένος..
Δεν είμαι αυτό που ήθελε…
Με κατατρώει επίμονα η φθορά..

Ό,τι που λέω

Ό,τι που λέω μπορεί ν’ ακούγεται αλλόκοτο, εξωπραγματικό.
Ή και να το πιστεύεις με αμφιβολία.

Είναι σαν κάτι που να καταγράφεται σ’ ένα βιβλίο συμβάντων.
Κανείς εκεί δεν είναι όπως πρέπει υπαρκτός.
Ο θεός είναι μύθος- μύθος ο άνθρωπος:
δημιουργίες όλα του μύθου.

Εγώ αποταμιεύω εκμεταλλευόμενος όραση:
ακούραστη, αδηφάγα,
τράπεζα των εικόνων.

Συλλέγω τοξίνες και ταυτόχρονα
ανακαλύπτω θεραπείες για το ‘’εγώ’’ .

Είμαι σαν όλοι: βασανίζομαι
να συνθέτω μουσικές που στα άρρητα
των ανέμων υπακούνε
όπως σφυρίζουνε μέσα από κοχύλια που ξέβρασε
άδεια μια πεισματάρα θάλασσα.

Και τελικά είναι που μένει για περιουσία μου,
ένα κεφάλι με όνειρα.
Κανένας δεν μπορεί να τα εξηγήσει.

Μένω σαν κέρβερος μπροστά
σε μία πύλη γερασμένων ιδεών..

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ..

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ..

Έπονται τα τραγούδια του έρωτα;
Ή προηγούνται;-
Όπως
Κι οι μαργαρίτες των Μαϊων
κατοχυρώνουνε την άνοιξη.

Αν θες
Είναι του λόγου μοίρα:
Ανάλαφρα πετά πάνω από κράτη
εννοιών και λες ανθίσταται
Με τρόπους στην φθορά.
(Σιγά που σε καταλαβαίνουν…)

Πάντως
Αισθημάτων υγεία εμπνέουν τα μαγιάτικα δέντρα.

Ένα κορίτσι πιο ορθόδοξο κι από μοναχική
προσευχή
Με μαγνητισμένους τους πόλους του·

Ψηλά στην κόχη των μηρών τ’ ωραίο μισοφέγγαρο
Μισάνοιχτο απ’ την επιθυμία.

Αν ακουμπάς το στήθος της ακουμπάς την μουσική
Της νύχτας.

Και ξέρεις ακούγοντας το πιάνο των άστρων
Μ’ αυτά τα πλήκτρα που σαλεύουν μαγικά κάτω απ’ τα ουράνια δάχτυλα
Του θεού- να σωπαίνεις.

Έπονται τα τραγούδια του έρωτα;
Ή προηγούνται;..

Τα φέρνουν οι νύχτες κοντά μας όπως
Τα αρχαία πλοιάρια επί σκοπόν
Για μια κατάκτηση της μακρινής σου Τροίας..

ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ..

ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ..

Τα βράδια εκδικούνται το φως που περισσεύει
Πίσω από τα νυσταγμένα δέντρα, μέσα στον άνεμο, κοντά στην παραλία
Που το κατακαλόκαιρο παίζανε τα παιδιά.

Τώρα μετά τα κυπαρίσσια είναι μια σιωπή-
Βαριά σιωπή σαν των αποθαμένων.

Συγυρίζει το φεγγάρι τις θύμησες.

Τα άστρα τον ουρανό ολοένα τρυπάνε
Και σαν ξεχύνεται ο μέλανας ζωμός
Του ουράνιου Στρατάρχη.

Στα σπίτια ανάβουν τα φώτα.
Οι άνθρωποι ξανά λογαριάζουν:
Πόσο κάνει μια χίμαιρα και μία ανεκπλήρωτη επιθυμία.

Η άθροιση των πεπραγμένων τους πίκρα αφήνει
Επάνω στις σελίδες από το τεφτέρι της ζωής
Που μελανώθηκε απ’ τις πολλές μουντζούρες.

Αν σ’ αφήσω να πεις τα παράπονα
Θα γεμίσουν φίδια οι νύχτες:
Φίδια ιοβόλα, πικρά
Που μέσα μας αιώνια παραμονεύουν..

Έτσι σου μιλώ για άλλα για να μην θυμάσαι
Σκληρή που γίνεται φορές η ζωή.

Και θα σε κάνω να δεις πιο μακριά
Πολύ πιο μακριά- σχεδόν μέσα μου
Που συνάζονται οι νύμφες των αισιόδοξων υδάτων..

ΑΥΤΟ ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙΣΣΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…

ΑΥΤΟ ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕΛΙΣΣΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…

Τύλιξέ μου το φως γύρω απ’ την σκέψη,
φέρε μου τον ατελεύτητο άνεμο-
αυτό το ζαλισμένο μελισσάκι που είσαι
ψάχνει το ερωτικό του καταφύγιο
μέσα σ’ ένα ζεστό κι αιώνιο τριαντάφυλλο.

Μ’ αγγίζει στο αίσθημα- καμένος πονάω
κρύβοντας στο άλαλο στήθος μου
μια λέξη
που δεν θα την προφέρω πουθενά..

Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ..

Ψιχάλα των ύμνων, ανάπαιστε
λουλουδιασμένε μου-

Του Απρίλη ήρθε ο θεός

Κι από τις μαργαρίτες στο πίσω χωράφι ένας
Καημός πουλιού υψώθηκε
έτσι για να σε κραταιώσει..

Μίλησαν τώρα οι ομηρικές ημέρες
που τις φέραμε από τ’ άλλα παράλια..

Στα χέρια άφησαν λέξεις:
Ολοκάθαρο ποίημα!

ΠΛΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΑΝΟΙΞΕΩΝ…

ΠΛΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΑΝΟΙΞΕΩΝ…

Από μια Τρίτη φανταστική ήρθε αυτό το πλάσμα
Των εκατό ανοίξεων.

Τα μαλλιά του
Ανέμιζαν καθώς ανέβαινε
Τα σκαλοπάτια της ημέρας.

Λευκή με ένα φως περιχυμένο το κορμί της-

Του αοράτου έκπληξη.

Περπάτησε πλάι στα δέντρα που ακούγονταν πουλιά
Να θέλουν να την πούνε.

Και πήγε στην καρδιά μου αμέσως. Έγινε
Μούσα των λόγων-

Του πρωινού ανέμου μου μητέρα.

Η ΜΕΡΑ ΠΡΟΧΩΡΑ..

Η ΜΕΡΑ ΠΡΟΧΩΡΑ..

Ένας ήλιος σαν σκέψη ξαφνικός πάνω από τα ανατολικά βουνά της μέρας-

Και οι άνθρωποι να δοκιμάζουν να γίνουν καλοί σαν άκακα ζώα.

Ή να είναι μαγεμένοι μέσα στις πλατείες
Του μυαλού γιορτάζοντας
Έναν θεό που τους υποχρεώνει
Ν’ ανασαίνουν σωστά.

Οξυγόνου ριπές μες την πρωτεύουσα του κόσμου..

Και ένας τελάλης
Αέρας να ανακοινώνει ότι σήμερα θα έχει λίγη παγωνιά της θύμησης.

Στα ψηλά των σύννεφων
Αγκιστρωμένα όνειρα
Που από κάτω δω
Φαίνονται πολύχρωμα
Και τα λιμπίζονται όλων των πουλιών οι ταξιαρχίες.

Και η μέρα προχωρά-

Αξίζοντας ήλιο και ευλάβεια..

ΣΑΝ ΜΑΓΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ..

Επειδή εξαργυρώνω την θλίψη και θα το πουλήσω ακριβά
Αυτό το τομάρι από επιθυμίες που ακόμη κατέχω

Θα δοθώ μόνο στον ρεμβασμό
Μέσα σε ένα άσπιλο όνειρο που πουθενά δεν σε πάει
Αν δεν κατέχεις ένα διαβατήριο ψυχής.

Θα με φέρουν
Οι αλήθειες στο χείλος
Του γκρεμού των παράξενων σκέψεων

Που όπως συνθέτονται ένα τίποτα είναι
Μες το κενό του χρόνου.

Και θα γυρίζω έρμος άκαιρων επιδιώξεων
Και λεξιδίαιτος και λεξιθήρας

Σαν μάγος που από την μοναξιά γνωρίζει
Τα άχραντα των ποιημάτων του μυστήρια..

10 Οκτωβρίου 2009

Καθαρά πάνε μέσα στην μέρα δέντρα.

8..

Καθαρά πάνε μέσα στην μέρα δέντρα.
Οι κορυφές τους ανασηκώνονται
Σαν για να βλέπουν τα πουλιά πίσω απ’ την μάντρα-
Μέσα στους κήπους του θεού.

Τότε έρχεται το κορίτσι..

Με την άνοιξη των ματιών του έρχεται το κορίτσι..

Χείλια και τα μαλλιά που ανεμίζουνε
Πριν η ανάσα γίνει ρυθμός πιο γρήγορος κι από σκοπό του ήλιου.

Θα ερωτευτούν τα λάγνα αγόρια-
Το κορμί τους ποτέ δεν θα σφάλει-
Αρσενικό και θηλυκό: της ηδονής
Δώρο.

Και μετά που θα είναι απόγεμα
Άσπρο, δίκαιο, πράο
Θα τα λέω κι εγώ με τα λόγια που μου έδωσε η τύχη

Έτσι όπως γέρνουν ο ένας μες την αγκαλιά του άλλου οι ερωτευμένοι
Κι έτσι όπως μπορώ να ζωγραφίζω τις αγάπες τους εγώ..

Ένας κήπος με κατάρτια τριανταφυλλιάς

7..

Ένας κήπος με κατάρτια τριανταφυλλιάς
Που διανεύουν στον αήττητο άνεμο
Και σκορπούν ένα άρωμα σκέψης
Εδώ κι εκεί

Όπου ο πλάνητας πόθος της γης αγκαλιάζει
Τα κορεσμένα από έρωτα δέντρα

Μέσα στον μάγο ήλιο:

Εκεί:
Της αίσθησης οι στυλοβάτες..

Νέστος..

Νέστος..

Κοίτη θηλυκιά
των νερών,
ποταμέ
με βάθος
όσο μια ανεξάντλητη σκέψη..

Στις όχθες σου παράξενα πουλιά τσιμπολογούν
κάθε σκουληκιασμένη πανδαισία

των χρωμάτων που κυλούνε γάργαρα σαν ένας ύμνος
πρωινός που θα συλλαβίσει τις αοριστίες του με μουσικές
επάνω του διαχυμένες..

Κοιτώ την πρασινωπή νερένια σου υπόσχεση. Πας
προς την άφταστη θάλασσα.

Είναι θεός
ο λόγος σου-

μουρμουρίζοντας ύμνο
και φως και ήλιο
και γινάτι
της γης-
και ζωή και αέρα.

Πού βρίσκεται η αξία σου;

Τα λειασμένα βότσαλα κρατάνε
αποταμιευμένη την σοφία της πορείας σου· χτυπάνε
το ‘να με τ’ άλλο:
σαν τα πλήκτρα ενός χοϊκού τεράστιου πιάνου.

Κι εσύ με μαθαίνεις να υπόσχομαι στον εαυτό μου πείσμα
και θέληση
και επιμονή και σκοπό- και να ορίζω
μια μοίρα όπως του νερού που πάλι
έρχεται
πολύμορφο
και δοξασμένο μες την όρασή μου κάθε ώρα..
22.3.2009

Ένας τρισύλλαβος ουρανός

6..

Ένας τρισύλλαβος ουρανός μ’ ένα ούτι
ανέμων που λυσσομανάνε..

Απουσιάζουν τα πουλιά του..

Οι άγγελοί του ξαφνιασμένοι κρύβονται

και ένας θεατής θεός παίζει στα ζάρια
τύχες ανθρώπων..

ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ..

Έτσι κι εγώ αντέχω, έτσι
κι εσύ μεγαλώνεις
μέσα μου-
τρεφόμενη μ’ αισθήματα.

Και ξέρω ότι κάπου πάει ακόμη και το τίποτα αν ξέρεις
στα βαθιά του να δεις..

Μετά
από τις άσκοπες περιπλανήσεις μέσα σε ένα εγώ
κατασπαραγμένο από αγωνίες κι έναν βιοπορισμό
που βραχνάς σου γίνεται….
(ποιός άραγε καταλαβαίνει;)

Σπάζουν τα νεύρα μου
απόναν πονοκέφαλο. Με κακοθυμία
βγάζω λάμψεις
περιεχομένου πικρού.

Πιο άγριος από ποτέ.

Και απ’ το όνειρο πετράδι ζορίζεται
ορυκτό να βγει
μες από απέθαντες λέξεις.

Τι είμαι αλήθεια εγώ ο ονειροπόλος;

Πόσο μοιράστηκα
ανάμεσα στον κόσμο που επιθυμώ και τον κόσμο που ζούμε..

Τώρα φιλονικώ μ’ εμένα γιατί δεν μπορώ
να εξασφαλίσω ένα κάτι αργύριο, ένα μικρό κελί
σκήτη ανέμων με πουλιά
μόνος να κατοικήσω..

Η ΤΡΙΤΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ…

Η ΤΡΙΤΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ…

Προσευχή που θα την πουν τα λουλούδια για τον μάγο θεό τους
Και μετά πέφτει αβρή η βροχή-
Έτσι για να χαϊδέψει τα κεφάλια τους με τα σγουρά τα πέταλα..

Αρχοντικός ο αέρας μετά
Που σβήνεται η τελευταία ψιχάλα
Πάνω στα φύλλα των φρεσκοπλυμένων δέντρων..

Η Τρίτη των αγγέλων!
Ζόρικος Μάρτιος-

Πιο δυνατός από ποτέ.. Εγώ που είδα
Μέσα στα μάτια κοριτσιών να πλέουνε τραγούδια
Άσπρα, γαλάζια, κίτρινα, και θαλασσί
Τον πόθο να τα στεφανώνει..

Αν ξέρω κάτι είναι να σωπαίνοντας μιλώ
Μασώντας φύλλα δάφνης.

Αναστατώνονται γλυκά οι νύχτες μου
Να σε σκέφτομαι.. Περπατώ
Στα ψυχικά σοκάκια σου
Χαμένος για χαμένος..

ΓΕΦΥΡΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ..

ΓΕΦΥΡΩΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ..

Μια προφορική ένταση ανάμεσα στον λόγο που είναι και στον λόγο που γίνεται:

Σαν το λουλούδι δηλαδή -
που αρχίζει την σοφία του να την διαμοιράζει
όπως το σκούντηξε πολύχρωμο ο αέρας-

Και μετά σιωπή-

Η πολύτιμη σιωπή που καταλαβαίνεις
την ζωή απλούστερη όπως σου ξεδιπλώνεται
σαν μέσα στα τετράδια ορθογραφίας
των παιδιών..

Έτσι μαθαίνεις να αποκρυπτογραφείς την ουτοπία κι έτσι
γεφυρώνεις μέσα σου το ανεπίτρεπτο
κενό
από τον άλλο άνθρωπο

Σχίζονται οι αιώνες δυο κομμάτια κι απομένει
μια ποίηση ζεστή που την κρατούν
γραμμένη
σε πλάκες μάρμαρου και κατεβαίνοντας απ’ το βουνό
παλιοί σοφοί..

ΑΧ, ΑΓΓΕΛΟΠΑΡΜΕΝΕ ΜΟΥ!...

ΑΧ, ΑΓΓΕΛΟΠΑΡΜΕΝΕ ΜΟΥ!...

Τρώει σάρκα αν δεν το ξέρεις ο Μάρτιος.
Μηρυκάζει τρελά σαν μαινόμενος τράγος.
Τρως την χλόη του κι εσύ και βελάζεις
σαν χαμένος αμνός.

Να υπερασπιστείς τα νοήματα της αγρύπνιας
και κάτω από το φως της σελήνης
να δεις τα μυστικά σου να αποκαλύπτονται.
σαν να ‘ναι και εσύ να ερμηνευτείς.

Πώς πήγες μόνος μες το πλήθος;
Ποιός σου έδωσε τα κλειδιά γι αυτήν τη πόρτα
τ’ ουρανού;
Ποιούς είδες
αγγέλους;

Ώρα που δύει η ζωή σαν ήλιος- με σύνεση που έλαμψε..

Αχ, αγγελοπαρμένε μου!....

Φαρμάκι που θα πιεις για να γνωρίσεις
πως ελαττώνεται η ψυχή μέσα στα χρόνια..

Α, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΧΙΜΑΙΡΑ…

Α, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΧΙΜΑΙΡΑ…

Αγρύπνιες που τις ήπιε το φεγγάρι

Κι εγώ να γράφω γράμματα παράξενα που οι άλλοι
τα γελούν..

Α, Παναγιά μου, χίμαιρα, Ρόδο
Αμάραντο!

Φέρε τον νου μου στους δικούς σου κήπους..

Ν’ ακούσω το πουλί που από χαράματα χαρίζει την φωνή του
στον ήλιο.

Μ’ αυτό το νόμισμα της προσδοκίας πάντα
μια λύπη εξαργυρώνω..

9 Οκτωβρίου 2009

ΖΗΤΩ ΝΑ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ..

ΖΗΤΩ ΝΑ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ..

Και τώρα ιδού εγώ: στην μέση του χορού, ακίνητος
βασιλιάς της ευθυκρισίας..

Διόνυσος που γύρω του χοροπηδούν μαινάδες:

Κόρες γυμνές, φορτισμένες
με κάψα ερωτική-
να δοθούν
και στον άνεμο ακόμα..

Ξέρω που πονάει ο μέσα μου εαυτός, που ζορίζει
η ηθική του κόσμου
και τσιρίζει
όπως αντιπαρέρχεται όλες τις θρησκείες..

Με φως του άλλου εαυτού και με ύμνο τον μέσα μου
άλλες αρμονίες κάνω

Να φανούν όπως συντρίβουν καθιερωμένες νότες
μιας επίγειας τάξης.

Ζητώ να μου επιστραφεί ο απαγορευμένος
Παράδεισος..

ΔΕΣ ΜΕ!

ΔΕΣ ΜΕ!

Αρκεί ένα φως σαν άστρο τις νύχτες πάνω από τα φευγαλέα κυκλάμινα..

Τα λόγια των ποιητών που σου κάνουν την χάρη
να πουν για τα ωραία μάτια σου-

Μες την ζωγραφική του φεγγαριού.

Σε μαθαίνω πάλι και πάλι-

Μ ένα τίποτα λέξεων έφτασα ως τα αρχαία λεξιλόγια αναιρώντας
τις οξείες των αισθημάτων
και τις περισπωμένες της επιθυμίας.

Δες με!

Έχω την θλίψη που έχουν τα αγρίμια
που έχασαν μια σύντροφο ζωής ..

Και δίχως λόγια-
μόνο σαν μ’ ένα τελευταίο ουρλιαχτό-
σχίζουν στα δυο την νύχτα!

ΦΟΥΡΚΙΣΜΕΝΟ ΕΓΩ ΜΟΥ..

ΦΟΥΡΚΙΣΜΕΝΟ ΕΓΩ ΜΟΥ..

Είναι τίποτα το κάτι που έχω και ακόμα
Βάρκες φρεσκοπλυμένες πλέουνε
Σιγά
Στην νύχτα
Κάτω απ’ τα άστρα
Μέσα στην καρδιά
Του σκοταδιού που σπάει..

Πού να με καταλάβεις….. αν δεν έχεις κάνει ικέτης
Στην μοναξιά..

Έχω αφήσει να κανοναρχεί για μένα το φεγγάρι..

Και μια Ελλάδα που εγώ θα την φαντάζομαι ολοένα
Σαν ιδεών πατρίδα..

Α, ρίσκο μέσα
Στον στίβο των λέξεων!

Να είσαι ή να μην είσαι, να φύγεις..

Τόσο ποιητικό μαράζι χώρεσα που στάζω
Έψιλον και λάμδα και άλφα!
Φουρκισμένο εγώ μου!

14.3.2009 Θεσσαλονίκη

ΜΑΤΩΣΕ..

ΜΑΤΩΣΕ..

Σκέπασε τους καθρέφτες, ο πόνος δεν είναι φίλος..
Ένας άλλος περνά εκεί μέσα, ένας άλλος
Εαυτός.

Καθρεφτίζεται αλλά είναι ίσκιος- εσύ ολοένα
πιο δύσκολος γίνεσαι, δεν χωράς
μες τις λέξεις, σε ρούχα
δεν χωράς, στην ψυχή σου εξέχεις.

Ο καιρός αφήνει πάνω σου το κακό του σημάδι-
ανήλεος...

Τώρα άσε την προσευχή να σε πάει ψηλότερα
μέσα στο αιώνιο φως.

Πάρε τον δρόμο που τα αισθήματα έχουν.

Μάτωσε..
Όχι μόνο
να πονάς..

Ο ΡΕΜΠΩ..

Ο ΡΕΜΠΩ..

Είναι ο Ρεμπώ στο σκοτεινό σπίτι
του μυαλού βάφοντας
με φως τις ανυπόταχτες επιθυμίες.

Κατεβαίνει ολομόναχος στην έρημη παραλία:

Ένα παιδαρέλι φερμένο από όνειρα- κι ωστόσο
ούτε στα όνειρά του δεν χωρά.

Ένα παράξενο παιχνίδι
λέξεων κι ένας λαγός
όπως πετάγεται ανάμεσα από την άγρια βλάστηση -εκεί
όπου μετά από την ξαφνική βροχή όλοι νομίσαμε ότι η ποίηση θα πάψει.

Μ’ ένα καπέλο ψάθινο, φιγούρα
άλλων καιρών

Αρσενικός και θηλυκός, άντρας
και παιδί, παιδί
και άντρας- παίζοντας
ανάμεσα στους ρόλους.

Κάποτε τον βλέπω που αποχωρεί

Φεύγει και πάλι προς την μεριά του αλλόκοτου εαυτού και φαίνεται
αινιγματικότερος- κρατώντας

Ένα καλάθι ψάρια ποταμίσια και μία ωδή
σε μια ολόφρεσκη απ’ την βροχή μητέρα- Φύση…

4.3.2009

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ..

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΟΠΕΛΑ..

Εσύ να κόβεις βόλτες αγωνίας και στον κήπο έξω
του παλιού σπιτιού
να μαίνεται ο αέρας.

Η ποίηση να σ’ έχει βρει κατάστηθα.

Αλλά εσύ ορθός
πάνω στα ίδια τείχη της αρχαίας γλώσσας πολεμάς
για ένα φωνήεν καθαρό.

Δεν θα σε καταλάβουν, θα κακιώσουνε-
τα υπάρχοντά σου θα αναρπαχτούν, δεν θα ‘ναι
τίποτα να έχεις πια… Μα -
μην γυρίσεις να κοιτάξεις!

Εμπρός!
Κατά εκείνη την ανθισμένη κοπέλα που επιμένει
να σου χαμογελάει γλυκά!

13.3.2009 Θεσσαλονίκη

8 Οκτωβρίου 2009

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ..

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ..

Πέφτει η μέρα μέσα στην ζωγραφική
του φωτός.

Χιλιάδες πουλιά
σε μια χαμηλή πτήση προειδοποίησης- ίσως θα βρέξει.

Κρατώ μιαν άδεια υδρία.

Ένας αρχαίος ναός ρημαγμένος δεσπόζει.

Κίονες και σπασμένα μάρμαρα ανάμεσα στην ανοιξιάτικη
χλόη.

Ο χρόνος σέβεται.

Πρέπει να ξέρεις που σε πάει.

Θέλει δουλειά μαέστρου:
να συγχρονίζεις τα έγχορδα με τα πνευστά
αισθήματα..

Μετά τι απομένει;

Να δεις που θα γυρίσουν όλα όπως δεν τα φανταζόμαστε.

Θα φανεί ότι λιποψυχούμε.

Όμως πάντα μέσα μας κάτι θα λάμπει.

Σαν να επιστρέφουμε σε μια αρχέγονη νεότητα:

Ήμασταν άλλοι και γινόμαστε άλλοι..

(Με εικόνες θα σκέφτομαι, με φωνές των πουλιών
και με άστρων γιρλάντες…)

13.3.2009 Θεσσαλονίκη.

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ..

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ..

Τα κεκτημένα μου όπως νερά του Άδη
κρατούν νεκρούς που απλώνουνε τριγύρω τους καυτές σοφίες

Κελαρύζουν πολυσήμαντα σα για να γίνουν
ψαλμοί ενός αλλιώτικου θεού..

Και σκορπούν πάνω μου τόσες αλήθειες…

Τόσο εννόησα τον ήλιο που νομίζω
θα καώ από αφέλεια δότη..

Έδωσα αίμα νιόκοπων
συλλαβών που μονάχα πουλιά τις μιλάνε

Και οι κρυμμένοι μες το διάβα των καιρών
αρχαίοι άνεμοι της νύχτας
πνέουν ξανά..

ΓΡΑΦΕΙΣ ΝΟΤΕΣ..

ΓΡΑΦΕΙΣ ΝΟΤΕΣ..

Πίνεις το φως και σωπαίνεις, πίνεις
Το νέκταρ των θλιμμένων λέξεων
Πεταλούδα των άϋλων ανέμων, σκυλίτσα
Της φοβερής ερημιάς

Γράφεις νότες οξείες στα χρυσά νερά, πας
Αγέρωχης όψης λατρεμένη ιέρεια
Μέσα στα φλογισμένα ημερολόγια

Με κίονες του ανέμου ανεβαίνεις
Βουνά της χαρούμενης σκέψης, αντικρίζεις
Τις άλλες κορφές

Απ’ όπου ένας θεός μεγάλος Ήλιος θα φανερωθεί
Μες απ’ την φούρια φαινομένων να σου δείξει
Αιωνιότητα μιας πρόσκαιρης στιγμής..

ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ…

ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ…

Ρήματα μιας ουσίας που δεν ήξερα- με έναν τρόπο
που μου χαρίστηκαν

Πνιγμένα ουσιαστικά, λαχανιασμένα επίθετα, αντωνυμίες
βαριές σαν κυκλοθυμικές αντανακλάσεις
του εγώ μέσα σ’ ένα συλλογικό παιχνίδι
που τέτοια είναι η ζωή..

Είναι κάτι στιγμές που είναι πιο βαθιές απ’ τις άλλες-
σαν να ακούς θεό ή να μην ξέρεις
ότι μπορεί να σου μιλήσει μία τριανταφυλλιά..

Και είναι
η ώρα τρεις το μεσημέρι, ντάλα ο ήλιος
που μία ποίησης αξίνα κόβει μέσα σου σωστά.

Έτσι μου ήρθαν οι λέξεις, έτσι
τις έδωσα.

Δεν θα κρατήσω από την ομορφιά παρά ένα μικρό φεγγάρι
μέσα μου

Όπως το αποτυπώνει το μυαλό αργότερα
πάνω σ’ ένα χαρτί-
για να το νιώσουν και να το θαυμάσουν όλοι..

ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ..

ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ..

Κάποια στιγμή δεν θα έχεις άλλα λόγια και θα γράφεις
τρεκλίσματα ψυχής που ονειροπολεί σαν τώρα..

Οι παπαρούνες ολοζώντανες θα καίνε
τα ποιήματά σου παρατείνοντας
την διάρκεια της φευγαλέας ημέρας –
θα ορμούν
με αποφασιστικότητα να κάνουν
το νυν- αεί, καθώς
εσύ σαστισμένος θα ξύνεις ξανά το μολύβι
αμήχανα και κάτι που σου διέφυγε να πεις..

Και θα είναι το ασήμαντο που καταγράφεις τόσο πια σημαντικό που θα το ξέρουν
κι οι γλάροι

όπως θα ίπτανται σαν κορυφαία ουράνια θαυμαστικά για να τους δείξεις
εσύ σ’ όλα τα μάτια των ανθρώπων-

με μια απλή περιδινούμενη
ανάσας ποίηση!

7 Οκτωβρίου 2009

Η νύχτα πέφτει βαριά

Η νύχτα πέφτει βαριά πάνω σ’ εκείνη την μεγάλη ξεραΐλα των φρυγμένων χόρτων που αντιστέκονται
σχεδόν ξεριζωμένα μέσα στο ψιλό αεράκι που επιμένει
να υμνεί το υπερβατικό καλοκαίρι..
Φιστικιές που είναι με τον δικό τους τρόπο οικείες
στο τραγούδι του μισού φεγγαριού..
Κανονικά άστρα και ακανόνιστα αισθήματα..
Προσεύχομαι σ’ έναν αήθη θεό..
Των φυτών η ανάσα επιμένει
τα ρουθούνια γλυκά να ξυπνά..
Τι να χωρέσει μέσα στις εγγαστρίμυθες λέξεις, τι να ειπωθεί
που να είναι γαλάζιο
όπως ο πρωινός ουρανός κι απέραντο
όπως η ανερμήνευτη θάλασσα;..
Ό,τι κατέχω είναι η επιθυμία να είμαι
ένας προσκυνητής του Απλού..

ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ..

ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ..

Πυροβολώ μέσα στην μνήμη μου πολλές φορές μα ξέρω
Ότι εκεί υπάρχω μοναχά εγώ..

Ποιόν να σκοτώσω; Μόνο εγώ υπάρχω..

Αν ακουστεί ένας θάνατος θα είναι ο δικός μου.. Ωστόσο
Πίσω από λόγια κρύβομαι..

Παίζω τον ρόλο του κομπάρσου σ’ ένα θέατρο ζωής
Που δεν μου ανήκει..

Γνωρίζω
Ότι στο τέλος και το θύμα θα το παίξω μιας
Και ξέρω ότι σκοτώνουνε αυτές οι σφαίρες λέξεις..

ΦΩΣ..

ΦΩΣ..

Να σκέφτεσαι μόνο- Σαν μουσική σαν νότα σαν άνεμος

Που παρέρχεται και όμως το παρόν του
Είναι ανεξίτηλο μέσα σου άγγιγμα-

Να είσαι ο μέλλοντας λόγος

Του μεστού ακριβού ειπωμένου φωτός

Το ακόμη Ανείπωτο..

Ο ΣΚΟΠΟΣ!

Ο ΣΚΟΠΟΣ!

Έτσι που πέφτει το φεγγάρι στα καλά νερά
νήπιες σκέψεις γίνονται φλογέρες
τ’ ουρανού
κι αρχίζουν τον σκοπό τους

Ένα τριζόνι ροκανίζει το στερέωμα
επίμονα

Μια γήινη ορθογραφία ακουμπά κανόνες του βουνίσιου λόγου της
πάνω στον κάμπο αλφαβητάρι

Άλογα τρέχουν δίπλα στα νερά, άλογα επιθυμίας

Και φτερωτές αρχόντισσες των στίχων κάνουν τα προικιά της νύχτας
με μύρια δυο πλουμίδια άστρα.

Σαν άνθρωπος που αποκοιμήθηκε μέσα στο δάσος και θα
τον ξυπνήσουν τα πουλιά
είμαι.

Οι μέρες μου όλες είναι απέραντα αφιερωμένες-

Μέσα μου πως φωτίζεται για να φανεί ο Σκοπός!

Όπως με κάνει διάφανο ο ιερός διθύραμβος της νύχτας.

Α, αγωνίες τρωκτικές, θηρία
που μέσα μου δουλεύατε-
τώρα σας αφαιρώ την εξουσία.

Είμαι ένας κι είμαι όλοι-

Από αρχαία κρατώ γενιά
αδούλωτων και απροσκύνητων ονειροπόλων.

Κι αν κάτι λάμπει μέσα μου δεν είναι το χρυσίο του κόσμου είναι η σιωπή
που ήρθε απ’ τα ορυχεία της καρδιάς μου σαν αξία
απλουστευμένη

Είναι η χαρά να ξαναβρώ μες το ξημέρωμα
τον ήλιο που έχασα νομίζοντας θα με παρηγορήσει η νύχτα.

Ο ΑΓΙΟΣ –ΑΠΡΙΛΙΟΣ..

Ο ΑΓΙΟΣ –ΑΠΡΙΛΙΟΣ..

Ξεχνώντας να ζω έζησα πιο βαθιά μέσα στην ποίηση-

Όλες μου οι μέρες ήτανε μέρες δακρύων-

Ένας ουρανός που μου χαρίστηκε ήταν ο αλήθεια άλλος-

Εκείνος που τον κατοικούν πουλιά και λόγια των αγγέλων..


Παντού
έβλεπα θεούς-
γινόμουν ένθεος
Οι λέξεις μου
μυρίζαν από μακριά λιβάνι


Έτσι που κάποτε μονολογώντας κι εκμυστηρευόμενος
σ’ ένα λουλούδι με πλησίασε που ήμουν λυπημένος
ο Άγιος-Απρίλιος-

γλύκανε αμέσως η ψυχή και η ματιά μου…

ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ..

ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ..

Κλείνω τα μάτια κι έρχεται όπως συμπέρασμα:
δεν θέλει νου η εποχή- να ξέρεις

Να φυλάς τις αντιρρήσεις σου σαν καλοδιατηρημένες
μέσα σου αυταπάτες:
ότι ο κόσμος θα αλλάξει- το μπορεί..

Και θα είσαι πάλι ο ένας
ο μοναχικός που κλεισμένος σε μια κάμαρα θα ονειρεύεται να μην πεθάνει
αυτή η γλώσσα που ανασαίνει αίμα τραγωδίας……

Η νύχτα σαν σημαντική θεότητα σε καθορίζει
«παις ειμί γας και ουρανού αστερόεντος…» Α! ύμνε
σε μια φύση που μια μέρα θα εκδικηθεί..

Πού πάμε οι άνθρωποι;
Πώς θ’ ακουγόμαστε στο μέλλον;

Και πόσα ποιήματα να πω να φέρουν μία σωφροσύνη τόση που
να φύεται αγέρωχο το δέντρο της ευαισθησίας;..

ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΟΥ!

ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΟΥ!

Οι ιδιότητες των λέξεων ξεκάνουν το αφηρημένο εγώ σου-

Ένα ειδωλολατρικό παιχνίδι φωνηέντων που δεν το ορίζεις καν-

Τα σύμφωνα απλά σκληραίνουνε ό,τι θα πεις-

Κάνουν το ένα –ένα και το δύο πιο λιγότερο-

Μέσα σε μια ακατανόητη για σένα ρητορεία..


Κι όπως επικοινωνείς με το σύμπαν
των νοημάτων- μικρός που είναι ο κόσμος σου!
και το καταλαβαίνεις-

Αφήνεις τις μεγάλες σου κραυγές να χλιμιντρούν μην ξέροντας
τα άλογα λόγια σου κατά που να τραβήξουν..

ΜΕ ΤΟΣΑ ΜΑΤΙΑ..

ΜΕ ΤΟΣΑ ΜΑΤΙΑ..

Στον ουρανό απελπισμένα πουλιά γράφοντας με την κιμωλία των σύννεφων ένα όχι-

Το απόγεμα στέκεται βαρυσήμαντο τώρα που τίποτα δεν ξέρουμε-

Που έχουμε πολλά να πούμε και πολλά από μας να αναιρεθούν-

Καλπάζοντας ο λόγος σαν ένα αφηνιασμένο αλογάκι που το απειλεί ο χρόνος.

Κι εκείνος που έλεγε: «Την φαντασία αφήστε μου, την φαντασία..»
μέσα στις τσέπες του έκρυβε άχρηστα πράγματα:
λεξιλόγια αρχαία που τα κουβαλούσε ολοζωής-
τι τα θελε;

Επέμενε να γράφει με τον αλλιώτικο τρόπο που έχουν οι άνεμοι
να ξεφυλλίζουν ένα εύρωστο ρόδο.

Τα λόγια του
παράξενα ηχούσαν μέσα σε μια γήινη προφορική ομορφιά
που επαγγέλλεται ασυναγώνιστα η κάθε Άνοιξη.

Δεν θα τον καταλάβαιναν- το ήξερε..

Έτσι οργάνωνε μέσα στις μοναξιές του εκείνα τα μυστήρια
λυρικά θέατρα των ιδεών.

Κάτι φορές σαν μισοτελειωμένες παρτιτούρες
μουσικών που λες τους πρόδωσε η ζωή.

Κι άφηνε πάντα πάνω στο τραπέζι τα γυαλιά του-

(Έτσι κι αλλιώς με τόσα μάτια που είχε να κοιτάζει
όλα τα έβλεπε πολυδιάστατα πικρά..)
19.4.2009

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΣΤΗΣ..

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΣΤΗΣ..

Κατορθώνω να διασώσω μόνο μία ηχώ
μακρινών λέξεων που έρχονται από πού δεν ξέρω-

Και ανεβαίνω πάλι σε μια μνήμη που τα σκαλοπάτια της
με οδηγούν
σε έναν πιο ψηλό ουρανό.

Τόση περιπλάνηση μέσα στις λέξεις
σχεδόν μια εμμονή σου αφήνει:
είσαι
ο κατατρεγμένος των νοημάτων
και των ιδεών που, ενώ σου δίνονται,
άπιαστες είναι..

-όπως ο αέρας που νομίζεις πως τον έχεις και εκείνος πάει- έφυγε.

Τουλάχιστον στο αποτέλεσμα θα μείνουν κάποιοι στίχοι που ενώ
σου ανήκουν
ανήκουν και σε όλους, όπως ο καιρός..

Αυτό είναι δικαίωμα του κόσμου πάνω σου-

Είναι οδύσσεια που την υφίστασαι με εθελούσια στάση
υποταγής και ανταπόδοσης

Εσύ ο καρναβαλιστής των γεγονότων!

ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΕ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΝ..

ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΕ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΝ..

Έτσι όπως με ραγίζουν οι θλίψεις της νύχτας
είμαι ένας εαυτός κατακερματισμένος

Ποτισμένος δηλητήρια λησμονιάς- τι να ξεχάσω;

Όλα μου δόθηκαν απ’ την ανάποδη- η καλή τους όψη
δεν μου χαρίστηκε..

Είχα αρχίσει ν’ απελπίζομαι…Ώσπου
οι λέξεις
με νανούρισαν
γλυκά
σαν ο αέρας
ανάμεσα στα φύλλα ενός γέρικου πλάτανου.

Θροΐζοντας μέσα μου ήρθε η ποίηση..

Κατάλαβα το φως της όπως
μες τον αέρα υπάρχει- κι όμως
ακατανόητη αν δεν πιστεύεις, η ψυχή..

Πλωτίνε της νιότης μου, θαυματοποιέ
των αποκαλύψεων..

Α! πόσο ζήτησα να είμαι ένα τραγούδι θάλασσας
που να φέρνει τον φλοίσβο στο αυτί
του μοναχικού ταξιδευτή
των ποιητικών αιτιάσεων..

ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ..

ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ..

Στην λάμπα γύρω πεταρίζουν τριγυρίζοντας
Παραδομένες πεταλούδες της υπομονής.

Κρατούν έναν χορό βαλσαμωμένης πια επιθυμίας.

Όπως περνούν τα χρόνια και λιγότερα πια νιώθω
Από τα μυστικά της έκπληξης-

Λιγότερα από το ξάφνιασμα που φέρνουν τα αισθήματα
Που μέσα σου πρώτη φορά ανάβουν..




Χλομά και κουρασμένα βράδια, αναμνήσεις
Ακριβές

Υψώνοντας τα λόγια μιας ποιητικής πρωτόγονης
Μεταφυσικής-

Όπως ο μέσα μου κρυμμένος νοσταλγός της άνοιξης την ξέρει…

6 Οκτωβρίου 2009

Η ΩΡΑ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ ΑΡΩΜΑ ΦΡΟΝΗΣΗΣ..

Η ΩΡΑ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ ΑΡΩΜΑ ΦΡΟΝΗΣΗΣ..

Τίποτα απ’ την πρωινή δροσιά, την μουσική των ηλιαχτίδων, την φρεσκάδα
του ήμερου φωτός που ακραγγίζει
τα αψηλά βουνά και στεφανώνει
με λαμπερές γιρλάντες την γερμένη κεφαλή τους..

Τίποτα απ’ την προσευχή
του πουλιού που σαν καταλαβαίνει
τον κάθετο ύμνο της Ανάστασης υψώνει
το τραγούδι του πάνω από τις ανθισμένες πασχαλιές.

Τώρα η ώρα αναβλύζει άρωμα φρόνησης..

Κι έτσι όπως αλήθεια αψηφά και η ψυχή τον εαυτό της
η ελευθερία από μέσα δίνεται..

Που είμαστε μικροί αλλά αξίζουμε μεγάλα- ορίστε!

Ορίστε η απόφαση να υπερβούμε, ορίστε
που ο ήρωας αναγεννάτε
μέσα μας..

Ο ουρανός έχει ένα χρώμα της φοβέρας-
αλλά δεν σβήνεται η ελπίδα μας ποτέ..

Η νύχτα πέφτει παρασέρνοντας χιλιάδες όνειρα
σ’ ένα κονάκι του μοναχικού που δεν το ξέρουν οι άλλοι.

Στους τοίχους του
κλωστίτσες φεγγαροαχτίδων που καρφώνονται σαν τις χορδές
μίας αόρατης ωστόσο λύρας..

Κι εκείνος πώς αλήθεια άλλες σημασίες
έφτασε να κατανοεί..

5 Οκτωβρίου 2009

ΑΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟ..

ΑΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟ..

Η ουτοπική χώρα των ονείρων μου με τον ανεκπλήρωτο πόθο
να κρατώ μέσα στις χώρες της επιθυμίας
μια ψυχή άφθαρτη που την θρυμμάτισαν τόσοι αιώνες

Εγώ ο μικροσκοπικός
απονήρευτος των καιρών που και πάνω μου
γράφουν όλα τα βιοποριστικά μαστίγια

Κι αφήνουν βαθιά την ουλή που δεν θα την γιατρέψει
ο παντί τρόπο επίμαχος θεός..

Σπαταλώ την πνοή μου σε μια αγωνία ιοβόλα..

Αφήνομαι να με σταυρώσουν οι της μοναξιάς μου δήμιοι..

Είναι η αυθεντική μου εκμυστήρευση:
Τίποτα δεν έχω από περιουσίες που αργότερα θα σκορπιστούν
μέσα στα χρόνια..

Αυτή είναι η ιερή μου αλήθεια: είμαι
ο σκοτεινός σοφός που αρθρώνει προσευχές πιο δύσκολες τώρα
που έφτασε πια την τέλεια άγνοια..

Τίποτα δεν θα βρω..

Έχω λησμονήσει
που είμαι, που ήμουν, που θα γίνω..

Μέσα μου απολιθωμένες οι θρησκείες που γνώρισα..

Όλοι οι θεοί δραματικά λατρεύοντας το εγώ τους..

Βέβηλη συνουσία των ιδεών που παραφράζονται χαλώντας κάπου
στον δρόμο τα διδάγματα της ευρυθμίας..

Τι θα μπορώ να δώσω αύριο;

Για όφελος μιας ποίησης που με κρατά
δέσμιο κάθε πρωινής ιδέας..

Αλλιώτικος τώρα που μοιάζω ίδιος..

Είμαι ταπεινωμένος απ’ τα εργαλεία της πραγματικότητας..

Νιώθω βαθιά το άρωμα της ευτυχίας που ξεθύμανε-
και νοσταλγώ..


Α! παιδικές ηλικίες που σφετεριζόμουν τον θρόνο
κάθε έκπληξης..

Στο μυαλό μου γράφονται με τον ξεκάθαρό τους τρόπο
οι νίκες..

Το παραμύθι αρχίζει..

Κι εγώ θα πρέπει αναντίρρητα να το ακολουθώ..
18.4.2009

4 Οκτωβρίου 2009

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ..

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ..

Εκτίω ποινές ονείρων μέσα σε μια λέξεων φυλακή-
στενεύει ο κλοιός τριγύρω ολοένα-
όποιος δεν αγαπά το λυχναράκι των λέξεων, όποιος δεν το συντηρεί
ας πάει αλλού:
εδώ συνάζονται άλλες σοφίες-
κι ας σε πονούν..

Ανάποδα διαβάζω: αν ξέρεις
να πας από τον σπόρο στο άνθος και μ’ αυτόν
τον τρόπο όλα να καταλαβαίνεις

αφαιρείς από τα γεγονότα την τύχη και σου μένει
δεδομένο το Απλό
δωρούμενο από την Χάρη!

Μια τόσο όμορφη μέρα μέσα σ’ έναν τόσο άσχημο κόσμο-
μια παρουσία θεού ανάμεσα στις τσιμεντένιες
σπηλιές αεικίνητων ανθρώπων..

Ο λόγος να υπάρχεις είναι ο λόγος ν’ αγαπάς..

Έτσι που τώρα δεν είμαι ο ίδιος που ήμουνα, είμαι ένας άλλος-
αφαιρούμενος απ’ την δική του σκιά..

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης

1.

Κάποτε υπήρξα αναγνώστης στο χάρτινο όνειρο της ζωής·
σημείωσα επάνω στην ανθρώπινη μοίρα
πείσματα
που μ’ έκαναν να ξεχωρίσω·
είδα την φωταγωγημένη ψυχή αλλά και την θλιμμένη
ακούμπησα
την κατάθλιψη,
την κατάλαβα-
κι ένιωσα πόσο κάποιος ψάχνει με αγωνία θεό
για να του εκμυστηρευτεί φοβισμένος την αγωνία του.
Πήγα κοντά στον θάνατο-
τον ερμήνευσα
σαν απώτατο δώρο-
μελέτησα την απουσία μου.
Δεν είμαι παρά μια μηχανή που κουρασμένα δουλεύει
αλέθοντας τα φθαρμένα γρανάζια της.
Έφερα την ζωή μου πιο κοντά στην αιμάτινη αλήθεια
κουρδίζοντας με το μεράκι μου της μουσικής
την κεντρομόλο μου
που λες με πάει στο σημείο το ίδιο που ποτέ δε ήμουν.
Κάτι φορές αισθάνομαι συγγένειες με τα νερά
που κυλάνε-
άλλες φορές με τον αέρα.
Μέσα μου γράφει αλλόκοτα όνειρα η ζωή.
Τα βλέπω που όταν ερμηνεύονται
σαν άλλος είναι ο ονειροκρίτης που ήθελα.
Τραγουδώ πάνω στην στέγη του κόσμου:
βιολιστής της πεντάρας.
Πόσο ν’ αξίζει αλήθεια μια μελαγχολία μου;
Και ο θεός μέσα μου πικραμένος..
Δεν είμαι αυτό που ήθελε…
Με κατατρώει επίμονα η φθορά..

QUO VADIS?

QUO VADIS?

Τι με διδάσκεις που το ξέρει μόνο η ζωή και το ζηλεύει ο θάνατος;

Πουλιά είναι οι επιθυμίες μου-
Ο άνεμος φρεσκάρει την ορθομαλλούσα χλόη,
Ανανεώνει την σελίδα της-
Άσπρο φόντο κι άσπρα όλα-
Μια σκέψη θεού απραγματοποίητη μέσα στην μέρα,
μια φωταψία που αναστατώνει την ταξιαρχία των λουλουδιών..

Ένας κενός στίχος από θάλασσα
ανοίγει αινιγματικές αγκύλες
για να χωρέσει η νύχτα…

Ένα λιγοστό φως που και με την ακοή το πιάνεις-
λες και χλιμιντρά…

Στα παρόχθια σπίτια οι άνθρωποι έχουν έναν οκνηρό εαυτό
που θρυμματίζει κάθε αισιοδοξία

Θα φύγεις, θα ξανάρθεις-
Επιστροφές σε μια αιώνια προσπάθεια
να φτάσεις έναν άλλο εαυτό..

Τα μάτια σου
βλέπουν με τόσους τρόπους την αλήθεια
που γίνεται να είσαι εσύ κι όμως και κάποιος άλλος
ο ίδιος σου εαυτός..

ΕΥΤΑΞΙΑ..

ΕΥΤΑΞΙΑ..

Κόκκινο που ιδρώνει, βαθύ κόκκινο που ιδρώνει-
Τριαντάφυλλο την ώρα της αυγής, την ώρα
Που διαβάζεται πιο χαμηλό το φως επάνω
Στα φύλλα στα κλωνάρια στα αισθήματα..

Τσουρουφλισμένο καλοκαίρι, ανεβαίνοντας
Την πλαγιά πάνω απ’ την θάλασσα.

Οι θάμνοι έχουν επάνω τους μια αρχαία χάρη-
Ομοιοκατάληχτα σισυρίζουν με το παρακείμενο κύμα-
Στ αυτιά τους βομβούν πλήθος οι μέλισσες-

Πού είσαι ήλιε πρωινέ για να τα στεφανώσεις;

Νερά γαλάζια κρύβουν την αξία τους
Κάτω απ’ τα αγκαθωτά βράχια..

Έγχορδες γλυκές ημέρες γαλανού αέρα-
Φιλιά πουλιών: Ράμφος με ράμφος..

Σαν ένα αλφάβητο που δεν έχει ωμέγα
Κι έτσι μην κλείνοντας και πουθενά τα σύνορα του
Γράφεται τελικά σ’ άλλους ορίζοντες..

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ..

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ..

Από νοσταλγία ερωτική πάσχει αυτό το πιο θλιμμένο από νοτιά απόγεμα·

κορυφαίες σκιές σαν να φύγαν
απ’ την σκηνή οι ηθοποιοί και τώρα
περπατούν χειριζόμενοι την μελαγχολία του δίκοπου βραδιού..

Ατασθαλίες της νύχτας, απείθαρχες φωνές
του ανέμου όπως
στα ξυστά περνά μες από τα μαλλιά των δέντρων-
ωραίος όσο ποτέ..

Μουσουργεί με εμπνεύσεις του αλλοπρόσαλλου φωτός όσο χάνεται
μέσα στο χωνευτήρι των ωρών που ενώ διαβαίνουν
αφήνουν τα ψηφία τους από παραξενιά και στέρηση
πάνω στις ψυχές του βραδιού..

Εξαγνιστικές εμπνεύσεις!

Κι η πένα τρέχοντας για να προφτάσει.. Αλλά η ώρα τρεις
δόρυ καρφώνεται μέσα στου αοράτου την καρδιά ο ατελεύτητος ρυθμός
που είπε κι έδειξε την μουσική οδύνη..

Ζαλισμένη γλαύκα
στον ψηλό φανοστάτη της δημοσιάς
κατοπτεύοντας να αδράξει έναν αμέριμνο ερωτευμένο τυφλοπόντικα-
κρύο μετά
και σαφήνεια να ξέρει το σκοτάδι τις πικρές του εξουσίες.

Υπερίπτανται και χάνονται
νυχτερίδες ξαφνικές σαν μια σκέψη φευγαλέα..

Μόνο στο ποίημα σαν ζωγραφική αναπαράσταση που το σκάφος
του φεγγαριού γυρίζει μες την θάλασσα των άστρων-

φορτία ιδέες με την νοσταλγία ερωτική συγκλίνει, ψάχνει
μες το φαρδουλό μαύρο παλτό της νύχτας που ακούγεται
λευκό παιδί, μελωδικό φεγγάρι…
28.1.2008

ΚΑΝΕΝΑΣ..

ΚΑΝΕΝΑΣ..

Κανένας να μου πει εμένα για την αρχαιόσχημη
θάλασσα. Κανένας

να μου ιστορήσει πως από πορείες των άστρων φτάνεις
ψηλά-

να μου τραγουδήσει σωστά τον λεοντόκαρδο άνεμο- κανένας
να με μάθει την πρώτη φωτιά!

Μόνος ταξίδεψα μες τα αδιάβαστα πελάγη-
μόνος να λαχταρώ..

Απόγεμα μες τον χαλκό, απόγευμα σπουδαίο!

Ακροβατεί σε ένα σύννεφο επάνω ο ουρανός·

Τοπία του ορίζοντα μαβιά ανοίγουν τις καλλίτερες
χρωματιστές εξάψεις τους επάνω
στην δαντελένια ώρα του ωραίου δειλινού!

ΓΟΗΣΣΑ..

ΓΟΗΣΣΑ..

Τόσο σου επιτίθεμαι σφοδρά που εγκαταλείπει η νύχτα τις αξίες της
μέσα στα όνειρα.

Λαφυραγωγώ τα λημέρια της, στα χαρίζω
να βρεις μέσα στα λόγια μου πουλιά
κι αισθήματα και έναν
καημό που αναστατώνει τα τραγούδια..

Περιφρονείς τις λέξεις μου αλλά
μ’ αυτές σε φτάνω

Σ’ αγγίζω όπου κι αν πας, μου παραδίνεσαι-
πλάσμα του πόθου..

Φτάσε στο ύψος των λόγων μου, γίνε
πεταλούδα
που ελαφροπετά, γίνε αέρας
που αναμαλλιάζει το τοπίο

Πάρε την φόρα που σου δίνει ο λεβάντες
κι ανοίξου ύστερα ως την θάλασσα-
γόησσα μούσα!

Ο,ΤΙ ΚΑΤΕΧΩ..

Ο,ΤΙ ΚΑΤΕΧΩ..

Κρατώ στα χέρια μου σαν ένα μεγάλο βιβλίο παλαιό την θάλασσα.

Μέσα της σπαρταρούν ιδέες ιχθύων και ένας αρχαίος θεός
που ανακαλύπτω να υπάρχει ακόμα..

Με ξέρει…

Και μια Ελλάδα που χωρά σ ένα γαλάζιο ατελείωτο
τραγούδι τ’ ουρανού
που απόψε μες τα χέρια μου κι αυτός σταλάζει..

Θεέ νυχτερινέ που αγρυπνάς πάνω απ’ τα σκότη που σου υπακούνε-
φέξε την μοίρα μου!

Ένας πείσμονας είμαι, ανέμων και υδάτων περιηγητής..

Τα μάτια μου αναζητούν το φως ..

Τα μάτια μου αναζητούν το φως διορθώνοντας όλο το υποταγμένο σκοτάδι
Που πέφτει βαρύ πάνω απ’ την πόλη των αγγέλων..

Με νυσταγμένα δέντρα ακόμη που κρέμονται μες το χάραμα
κι είναι μια ώρα πριν να λαλήσουν τα ξυπνητήρια κοκόρια
Περισσότερο σύμβολα πια παρά χρηστικά, περισσότερο
Σαν μία επιβίωση παρελθόντος που ρομαντικά κοιτά
να τα υποσκελίσει το άχαρο μέλλον.

Λίγοι ξυπνούν τόσο πρωί κι όπως εγώ
πίσω από μια σκέψη που ανάβει μια οθόνη καταγραφής απελπίζονται
Να καταγράψουν το αναθεματισμένο ανείπωτο..

Στάζουν αίμα οι σελίδες· ακούγονται οι πρωινοί θόρυβοι:
Αυτοκίνητα που περνούν, μια κυριακάτικη καμπάνα που χτυπά υπενθυμίζοντας
Ότι γιορτάζουν σήμερα τα ορθόδοξα πουλιά.

Και όπως ντύνομαι τον γαλάζιο αέρα
Και περπατώ μέσα στον ακόμη άφεγγο δρόμο,
οι σκέψεις γυρίζουν μανιασμένες τριγύρω μου όπως
Ένας βασανιστικός ανεμοστρόβιλος που μες την μέρα θα πάει
αφήνοντας ένα ρημαγμένο παρόν..

Ο ΘΕΟΣ..

Ο ΘΕΟΣ..


Ένα πλοίο αέρα που σηκώνει την νύχτα

Με στοιβαγμένα στο κατάστρωμα του άστρα-


Τα μαύρα σκότη του πελάου αποκαλύπτονται-


Πιο κοντά απ’ την άβυσσο είναι ο θεός

Τώρα που γύρω σου σκοτεινός

Είναι σαν παράξενος αδιάβαστος φίλος..

ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΣΟΥ..

ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΣΟΥ..

Να σπάσουν οι κώδικες της σιωπής που βυθίζομαι, να με βρουν
Αιμόφυρτο οι λέξεις
Καλό μου ακούγεται….
Να φέρνεις κοντά
Το αβέβαιο με το βεβαιωμένο.

Και η ελπίδα να σου λείπει μετά..

Σ’ όλα τα εγκλήματα είσαι πάντα ο θύτης-
Αφού με ιδέες έχεις τραφεί τι περιμένεις;

Στα κύτταρα σου οικοδομούνται οι ευφωνίες-
Και πάνω στην σελίδα σου αραχνοΰφαντες
Αποκαλύψεις της κρυφής ζωής..

ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΙ..

ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΙ..

Λείπω από το γλέντι του κόσμου..

Φωνή η εντός μου- πού αλήθεια με πας;

Οι σελίδες μου
μ’ αίμα μελάνι έντονα μουντζουρωμένες..

Γυρίζω μέσα σε μια ατέλειωτη νύχτα
που ελπίδα είναι μόνο το φως
του απόψε φεγγαριού..

ΠΟΡΝΗ..

ΠΟΡΝΗ..

Ένα κορμί που το κατοίκησαν οι πιο δια- περαστικοί φαλλοί
Αφήνοντας ένα σπέρμα αδιάφορο

Τώρα πίνει αργά την θλίψη
Αναλογιζόμενο πόσο ακούμπησε ο έρωτας αυτήν τη σάρκα
Πόσο στερήθηκε το άγγιγμά του τελικά

Δίνοντας βάρος σ’ ένα βάρος που δεν ήταν
Άλλο από την μοναξιά..

3 Οκτωβρίου 2009

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΝΩ..

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΝΩ..

Μέσα στο τσιμέντο και την βαριά ατμόσφαιρα των γραφείων
Αλουμινίων εξάψεις ,υαλοπίνακες, φώτα
Εσύ που δεν ξέρεις εσένα, εγώ
Που δεν με ξέρω εγώ

Και ρήματα:
Αγαπώ, προσεύχομαι, ελπίζω

Ένας θεός παράξενα σιωπηλός
Αφήνει τους ανθρώπους πιο εκτεθειμένους
Να ζουν..

Στα ρηχά της πραγματικότητας εκείνοι ιδρώνουν αγωνία

Καθόλου ευκολίας απόκτημα το παρόν

Νομάδες των πόλεων-παράξενο- θρησκεύουν
Κάτω από τον τεντωμένο από υπέρ-ωρίμανση ουρανό.

Κι εγώ…
Τι κάνω εγώ;

Λέξεις κάνω-

Γιατί με άλλον τρόπο δεν μπορώ
Ν’ αρθρώσω έστω μία αμφίβολη βεβαιότητα..

ΑΓΑΠΗΣΑ..

ΑΓΑΠΗΣΑ..

Ξεκλειδώνω ένα όνειρο που αδιάκοπα όταν απομακρύνομαι
από τις σιγουριές μου
ξανακλειδώνεται

Ζούμε με την σάρκα

Είναι τρόπος
αφής κι ο έρωτας:

ξέρω:

Βρήκα ένα τίποτα ζωής και το έκανα κάτι της ποίησης·
λέξεις βρήκα, ταπεινές και ολέθριες
και τις έκανα προσευχές μες σε τόσες αγρύπνιες·
βρήκα μισόφωτο μες την μεγάλη σάλα
του μυαλού
και την φώτισα
διθυραμβικά
μέσα μου πάλι και πάλι

Αγάπησα τις εξομολογήσεις-
ίσως γι αυτό να κατηγορηθώ-

Αλλά καλύτερος ο πρόδηλος αέρας που χαϊδεύει
τα τριαντάφυλλα παρά
αγρίμι που μέσα μας από εποχές αλλόκοτες
του προ-ανθρώπου έρχεται..

Την μοναξιά μου αγάπησα,
του εαυτού μου το φως και τον τρόπο να λέγεται..

ΚΑΝΩ ΟΠΩΣ ΡΙΜΕΣ ΝΕΡΩΝ..

ΚΑΝΩ ΟΠΩΣ ΡΙΜΕΣ ΝΕΡΩΝ..

Έταξα στους κληρονόμους ένα νερό καθαρό-
Αφήνω το γυμνό φεγγάρι
Να μπαίνει από παντού στην κάμαρα

Τρυπώντας τα φουσάτα των γαλάζιων σεντονιών,
Μπαλώνοντας τον άδειο σκύλο ήχο..

(Άμα δεν θέλεις να καταλαβαίνεις δεν μπορείς)

Αισθήματα παράξενης πυρακτώσεως
Παραπατούν επάνω μου-
Σιτίζομαι με ονείρων μύθο..

Κι όπως δεν έχω τίποτα δικό μου άλλο απ’ την πιο ανάλαφρη
Μοναξιά που τόσο γλυκά με σκεπάζει
Του αγγέλου ακούω καρδιοχτύπια-

Κάνω όπως ρίμες νερών
Που τρέχοντας ακολουθούν την θάλασσα
Και τον αρχαίο βηματισμό της νύχτας..

Τ’ ΑΓΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ..

Τ’ ΑΓΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ..

Ό,τι έχω να πω μ έναν τρόπο γραμμένο και μες την φωτιά
των άστρων διαβάζεται

Τώρα όπως η νύχτα το φέρνει σιμά
στων φυλλωμάτων τον ανάλαφρο ψίθυρο

Να το αποστηθίσουν πουλιά, να το πάρει η νύχτα
ως τις εσχατιές του ορίζοντα..


Φως ομοιοκατάληκτο με την μουσική:

μυστηριακό, βαθύ, αποκαλυπτικό-
τρυπώνει μες την ύλη όπως ένας επιδέξιος μάγος..

Τώρα που πέφτει η νύχτα και τα αγρίμια του αίματος
ξανά ξυπνάνε..

Λείπουν οι αναστολές- κι όσοι θεοί διαφέντευαν στην μέρα
πάνε να κοιμηθούν στους άλλους ουρανούς..

Google+ Followers

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου